«Ο νομισματικός πόλεμος του δολαρίου: Η κρυφή ατζέντα πίσω από την παρέμβαση Τραμπ στη Βενεζουέλα»

Ο νομισματικός πόλεμος του δολαρίου πίσω από την παρέμβαση Τραμπ στη Βενεζουέλα

Γεωπολιτική και Πετρέλαιο: Η Στρατηγική των ΗΠΑ

Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, έχει δηλώσει ανοιχτά ότι το πετρέλαιο αποτελεί έναν από τους κύριους λόγους πίσω από τις αμερικανικές παρεμβάσεις στη διεθνή σκηνή, όπως συμβαίνει με τη Βενεζουέλα και το Ιράν που βρίσκονται στο στόχαστρο.

Οι δηλώσεις του σχετικά με την αγορά πετρελαίου είναι σαφείς. Ωστόσο, δεν έχει αναφέρει ότι αυτές οι παρεμβάσεις έχουν κυρίως αμυντικό χαρακτήρα και σχετίζονται με τον «πόλεμο» για τη διατήρηση του δολαρίου ως κυρίαρχου νομίσματος στις διεθνείς συναλλαγές καθώς και ως αποθεματικού νομίσματος.

Η Βενεζουέλα κατέχει τα τρίτα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου στον πλανήτη (303 δισεκατομμύρια βαρέλια), ενώ το Ιράν έρχεται τρίτο επίσης (209 δισεκατομμύρια βαρέλια), μετά τη Σαουδική Αραβία που διαθέτει 267 δισεκατομμύρια βαρέλια και ήδη ανήκει στην αμερικανική σφαίρα επιρροής.Ο παράγοντας της «ενεργειακής ασφάλειας» είναι σημαντικός αλλά όχι καθοριστικός σε μια εποχή υπερπληθώρας ορυκτών καυσίμων καθώς και συνεχούς ανάπτυξης εναλλακτικών πηγών ενέργειας. Ακόμη κι αν η προφανής εξήγηση ότι ο έλεγχος της Βενεζουέλας περιορίζει τις προμήθειες προς την Κίνα φαίνεται λογική, δεν επαρκεί. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία,η Κίνα έχει εισάγει μέχρι σήμερα πάνω από το 60% της παραγωγής της Βενεζουέλας,ποσότητα που αντιστοιχεί μόλις στο 4,5% των αναγκών της και μπορεί εύκολα να υποκατασταθεί. Το κρίσιμο σημείο όμως είναι η κυριαρχία του δολαρίου στις διεθνείς συναλλαγές πετρελαίου.

Από το 1973 τα «πετροδολάρια» έχουν επικρατήσει στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά μετά τον πόλεμο του Γιομ Κιπούρ όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες συμφώνησαν με τη Σαουδική Αραβία να τιμολογεί τις εξαγωγές της σε αμερικανικό νόμισμα. Αυτή η συμφωνία σημαίνει ότι οποιαδήποτε χώρα ήθελε να αποκτήσει πετρέλαιο έπρεπε πρώτα να αγοράσει δολάρια – ένα θεμέλιο του «ξεχωριστού προνομίου» που απολαμβάνει το αμερικανικό νόμισμα επιτρέποντας στις ΗΠΑ να χρηματοδοτούν ελλείμματα μέσω χρέους.

Η λίστα για τις νέες πληρωμές εκτός συστήματος «πετροδολαρίων» συνεχώς διευρύνεται ενώ ακόμα κι η Σαουδική Αραβία άρχισε μετά το 2022 συζητήσεις για μοντέλα πληρωμών σε άλλα νομίσματα όπως αυτό του γιουάν.

Οι κινήσεις του Πεκίνου για την προώθηση ενός ευρω-γιούαν στο εμπόριο πετρελαίου ξεκίνησαν ήδη από το 2016 αλλά οι εξελίξεις ήταν περιορισμένες λόγω γεωπολιτικών αλλά κι εμπορικών παραγόντων.

Το ποσοστό συμμετοχής της Κίνας στο παγκόσμιο εμπόριο τριπλάσιασε τα τελευταία είκοσι χρόνια ενώ αντίστοιχα αυξήθηκαν οι διεθνείς συναλλαγές που εκκαθαρίζονται σε γιουάν φτάνοντας πέρυσι στο ποσοστό του τριών%. Το κινεζικό νόμισμα πλέον κατατάσσεται τρίτο στη χρήση στις διεθνείς συναλλαγές μέσω SWIFT φτάνοντας ένα ποσοστό κοντά στο πέντε%, πίσω μόνο από ευρώ αλλά πολύ μακριά απ’ τον θρόνο του δολαρίου που κατέχει σχεδόν οκτώ στα δέκα χρήματα στον κόσμο.

Eίναι πιο αποτελεσματικό οικονομικά κάποιος να χρησιμοποιεί ακόμα σήμερα τον δολλάριο, ωστόσο υπάρχει μια τάση προς την απομάκρυνση απ’ αυτόν τον κανόνα ειδικά στον κλάδο ενέργειας όπου διακυβεύεται πολλά περισσότερα πράγματα πέρα απ’ όσα φαίνεται αρχικά.
Εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες αποκτήσουν πλήρη έλεγχο επί των εμπορευμάτων βενεζελάνικης ή ίσως ακόμη κι εκείνης του Ιράν θα επιβάλλουν φυσικά τιμές σε δολλάρια δημιουργώντας έτσι τεράστια ζήτηση για αυτό.
Αυτό όμως δεν είναι μόνο θέμα οικονομίας: Αν κλείσουν τους δρόμους πρόσβασης στους πόρους αυτούς θα αφαιρέσουν ένα βασικό κίνητρο στους Brics ώστε ν’ αναπτύξουν εναλλακτικά συστήματα πληρωμών.
Επιπλέον θα έχουν ένα νέο εργαλείο πίεσης απέναντι στη Σαουδική Αραβία καθώς αυτή κοιτάζει προς Πεκίνο απειλώντας πως μπορούν ν’ αυξήσει προσφορά μειώνοντας τιμές μέσω φτηνότερων προϊόντων είτε απ’ τη Βενεζούela είτε πιθανώς ακόμη κι απ’ τον Ιραν.
Οι επενδυτές τελικά αποφασίζουν βάσει οικονομικών δεδομένων -οι μεγάλες εταιρείες ενέργειας δείχνουν επιφυλάξεις σχετικά μ’ επενδύσεις στη Βενεζούela λόγω κόστους & κινδύνων- κάτι που σημαίνει πως ο Τραμπ δε θα δεχτεί εύκολη ή αρνητική ανταπόκριση. 

Scroll to Top