Η κυβερνητική στρατηγική για την ενίσχυση των συνταξιούχων
Η κυβέρνηση φαίνεται να επιλέγει τη χορήγηση εφάπαξ οικονομικών ενισχύσεων προς τα πιο ευάλωτα κοινωνικά στρώματα, όπως οι συνταξιούχοι, σε μια περίοδο κρίσης που προκλήθηκε από τις συγκρούσεις στον Κόλπο. Αυτή η προσέγγιση έρχεται σε αντίθεση με την πιθανότητα μείωσης φόρων και άλλων επιβαρύνσεων, κάτι που θα μπορούσε να περιορίσει τις αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων και κατ’ επέκταση στην ευρύτερη οικονομία (αλυσιδωτές συνέπειες). Παράλληλα, η κυβέρνηση προτιμά να παρέχει επιδόματα στους χαμηλοσυνταξιούχους αντί να αντιμετωπίσει παλιές εκκρεμότητες και αδικίες.
Στην πραγματικότητα, τα έσοδα από τους πρόσθετους φόρους λόγω της ακρίβειας είναι σημαντικά υψηλότερα από τα ποσά που διατίθενται μέσω των εφάπαξ χορηγήσεων στους συνταξιούχους. Αυτές οι τελευταίες αφορούν μικρότερα ποσά σε σύγκριση με τις χρόνιες αδικίες που έχουν συσσωρευτεί.
Επιπλέον του οικονομικού παράγοντα, υπάρχουν και κομματικά κίνητρα πίσω από αυτές τις αποφάσεις. Οι μη θεσμοθετημένες παροχές δημιουργούν μια ψευδαίσθηση δικαιώματος στους συνταξιούχους, οι οποίοι νιώθουν ότι δεν «δικαιούνται» αυτά τα δώρα. Αυτή η μορφή ελεημοσύνης φαίνεται να έχει μεγαλύτερη απήχηση στον καταναλωτή που είναι απογοητευμένος από την ακρίβεια. Έτσι λοιπόν, οι κυβερνητικές παρεμβάσεις μοιάζουν περισσότερο με «γλυκαντικά» ενόψει εκλογών παρά με ουσιαστικές ρυθμίσεις ή διορθώσεις.
Οι μεγάλες εκκρεμότητες για τους συνταξιούχους
Οι χαμηλοσυνταξιούχοι αναμένουν την κυβερνητική βοήθεια πριν το Πάσχα ενώ παράλληλα διεκδικούν:
- Την αποδοχή των αναδρομικών (Δώρα) της περιόδου Ιουλίου 2015 – Μαΐου 2016. Αυτή η διεκδίκηση αφορά περίπου 2,5 εκατομμύρια συνταξιούχους και ειδικότερα τους 300.000 που πρόλαβαν να υποβάλουν αγωγές πριν λήξει αυθαίρετη προθεσμία ορισμένη από τον Νόμο.
- Την ολοκλήρωση της διαδικασίας για τις αιτήσεις σχετικά με την παράλληλη ασφάλιση καθώς ο ΕΦΚΑ έχει εκδώσει αποφάσεις μόνο για το κύριο ασφαλιστικό ταμείο ενώ παραμένει ανοικτό το θέμα της αύξησης σύνταξης λόγω δεύτερης ασφάλισης.
- Aκόμα δεν έχουν επανακαθοριστεί οι συντάξεις για τις πρόσθετες εισφορές που πλήρωσαν οι ασφαλισμένοι – καταβολές άνω του 20% (εργαζόμενοι και εργοδότες) οδηγούν σε υψηλότερες αποδοχές.
Υπάρχει μεγάλη καθυστέρηση στην εκκαθάριση των επικουρικών συντάξεων γεγονός που σημαίνει ότι όταν τελικά καταβληθούν μετά από τρία έως πέντε χρόνια θα υπάρξει πρόσθετος φορολογικός βραχνάς. Οι δικαιούχοι δεν μπορούν ακόμη να ζητήσουν αύξηση στις αποδοχές τους λόγω παράλληλης ασφάλισης αν υπέβαλαν αίτηση πριν την 13η Μαΐου 2016 (με βάση τον Νόμο Κατρούγκαλου). Ο χρόνος αυτός αρχικά δεν είχε δηλωθεί καθώς δεν επηρεάζε τη σύνταξη σύμφωνα με το προηγούμενο κανονιστικό πλαίσιο. Δεν υπάρχει δυνατότητα προσθήκης ή επανακαθορισμού χρόνου ασφάλισης κατά τη διαδικασία υποβολής αίτησης σύνταξης γιατί μέχρι τότε όσοι είχαν συμπληρώσει 35 χρόνια εργασίας λάμβαναν πλήρεις αποδοχές ενώ πλέον απαιτούνται τουλάχιστον 40 χρόνια σύμφωνα με τον Νόμο 4387/16.
