Όπως ήταν αναμενόμενο, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας ανακοίνωσε και φέτος μια αύξηση στον κατώτατο μισθό που είναι απογοητευτική, καταδικάζοντας εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους να επιβιώνουν με 771,67 ευρώ καθαρούς μισθούς μηνιαίως. Αυτή η κατάσταση έρχεται σε μια περίοδο όπου οι τιμές συνεχώς αυξάνονται, επηρεασμένες από τις συνέπειες του ιμπεριαλιστικού πολέμου, ο οποίος έχει εξανεμίσει αυτή τη μικρή αύξηση πριν καν γίνει γνωστή», αναφέρει το ΚΚΕ στην ανακοίνωσή του προσθέτοντας ότι «κανείς δεν περίμενε κάτι διαφορετικό από μια κυβέρνηση που πρόσφατα αντί να προτείνει μέτρα στήριξης για τον λαό ενάντια στην ακρίβεια και τη φορολογία, παρουσίασε μέτρα που ενισχύουν την κερδοφορία των επιχειρηματικών ομίλων».
«Τα επιχειρήματα της κυβέρνησης ότι αυτή η αύξηση θα επηρεάσει θετικά διάφορα επιδόματα είναι τουλάχιστον προκλητικά. Είναι αδύνατο να ξεχάσουμε ότι μόλις το 13% των ανέργων λαμβάνει επίδομα ανεργίας και ότι η κυβέρνηση έχει “αφαιρέσει” τις τριετίες από το 2012 έως το 2023 με νόμο. Έτσι λοιπόν, ένας εργαζόμενος με 14 χρόνια εμπειρίας δεν βλέπει καμία άλλη αύξηση εκτός από αυτή που ανακοινώθηκε.
Επιπλέον, οι τελευταίες εξελίξεις σχετικά με τον κατώτατο μισθό αποκαλύπτουν τα ψεύδη της κυβέρνησης σχετικά με την “Κοινωνική Συμφωνία” ντροπής που υπεγράφη μεταξύ εργοδοτών και του προεδρεύοντος ΓΣΕΕ υπό οικονομικό έλεγχο. Η προειδοποίηση του ΚΚΕ επιβεβαιώνεται: δημιουργείται ένας μηχανισμός όπου οι εκπρόσωποι της ΓΣΕΕ θα έχουν ενεργό ρόλο στη συρρίκνωση των κλαδικών μισθών προς τα κάτω στο επίπεδο του κατώτατου. Τώρα γίνεται σαφές ότι η διαφημισμένη αύξηση κατά 25% στον κλαδικό μικτό μισθό στον τομέα της εστίασης δεν ήταν παρά μια διαφορά μόλις 10 ευρώ σε σχέση με τον γενικό κατώτατο μικτό μισθό.
Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως παρά τις ονομαστικές αυξήσεις των τελευταίων ετών στον κατώτατο μισθό, ο μέσος ονομαστικός μισθός για το 2025 παραμένει χαμηλότερος κατά 4% σε σύγκριση με αυτόν του 2011. Σε πραγματικές τιμές μετά την αποπληρωμή όμως αυτή η πτώση φτάνει μέχρι και το 19%!», υπογραμμίζει η ανακοίνωση του ΚΚΕ καταλήγοντας:
«Μοναδική λύση για την ανατροπή αυτής της πολιτικής πολέμου και φτώχειας είναι η ενίσχυση των δράσεων του εργατικού κινήματος μέσω ενός οργανωμένου λαού. Πρέπει να απορρίψουμε τα αιτήματα υποταγής και συμβιβασμού στις θυσίες που απαιτεί το κεφάλαιο ώστε να υλοποιηθούν οι στόχοι μιας πολεμικής οικονομίας καθώς επίσης και για την ενίσχυση των κερδών των επιχειρηματικών κολοσσών.Απαιτούμε σημαντικές αυξήσεις στους μισθούς και στις συντάξεις καθώς επίσης τη μείωση της σταθερής ημερήσιας εργασίας σε ένα πρόγραμμα επτά ωρών – πέντε ημερών – συνολικά τριάντα πέντε ωρών εβδομαδιαίως μαζί με άμεσα ουσιαστικά μέτρα κατά της ακρίβειας ώστε να ανοίξει ο δρόμος προς πραγματική ευημερία για τους εργαζόμενους.»
