Απογοήτευση και Δυσαρέσκεια για την Αναβολή της Δίκης στα Τέμπη
Στιγμές έντονης απογοήτευσης και δυσαρέσκειας επικρατούν ανάμεσα στους συγγενείς των θυμάτων της τραγωδίας που συνέβη στα Τέμπη, μετά την ανακοίνωση της επ’ αόριστον αναβολής της δίκης σχετικά με τα «χαμένα» βίντεο. Αυτή τη δήλωση έκανε το πρωί της Παρασκευής (3/4) ο Αντώνης Ψαρόπουλος, δικηγόρος και πατέρας της αδικοχαμένης Μάρθης.
Ο κ. Ψαρόπουλος μιλώντας στην ΕΡΤ,απέδωσε τη «δυσαρέσκεια και απογοήτευση των συγγενών» στη Ζωής Κωνσταντοπούλου καθώς και στην έδρα του δικαστηρίου. Όπως τόνισε: «Η συνεννόηση με την κυρία Κωνσταντοπούλου δεν υπήρξε σε ικανοποιητικό επίπεδο. Πρέπει να κατανοήσει ότι η δίκη δεν είναι αποκλειστικά δική της υπόθεση ούτε αφορά μόνο τα βίντεο ή τη σιδηροδρομική τραγωδία». Εξήγησε ότι απαιτείται μια στοιχειώδης συνεργασία και κοινός προσανατολισμός, τονίζοντας πως δεν μπορούμε να εκφράζουμε απόψεις αυθαίρετα χωρίς συμφωνία από τους άλλους συμμετέχοντες.
Επιπλέον, ανέφερε ότι αρκετά από τα επιχειρήματα που παρουσίασε η κ. Κωνσταντοπούλου βρίσκουν σύμφωνους τους δικηγόρους του κατηγορητηρίου, ωστόσο ο τρόπος που αυτά διατυπώθηκαν τελικά λειτούργησε εις βάρος των συγγενών αντί να τους ωφελήσει.
Κριτική για τη Στάση του Δικαστηρίου
Ο Ψαρόπουλος άσκησε επίσης κριτική στη στάση του δικαστηρίου λέγοντας πως παρά τις εντάσεις που δημιουργήθηκαν, η επιλογή αποχώρησης δεν ήταν σωστή. «Η έδρα θα έπρεπε πρώτα να εξετάσει άλλες επιλογές πριν αποφασίσει την αποχή», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Ανεπαρκείς Συνθήκες στις Συνεδριάσεις
Aναφερόμενος στις πρώτες συνεδριάσεις που πραγματοποιήθηκαν στις 23 Μαρτίου και 1 Απριλίου, χαρακτήρισε τις αντιδράσεις των συγγενών ως «απολύτως δικαιολογημένες», επισημαίνοντας ότι οι συνθήκες διεξαγωγής ήταν απαράδεκτες. Η αίθουσα φάνηκε ανεπαρκής για μια τόσο σημαντική δίκη με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται η συμμετοχή τόσο των συνηγόρων όσο και των οικογενειών των θυμάτων.
Ο κ. Ψαρόπουλος υπογράμμισε πως σε σύγκριση με άλλες μεγάλες υποθέσεις στο παρελθόν, εδώ ο αριθμός εμπλεκομένων είναι ακόμη μεγαλύτερος κι έτσι υπήρχε χρόνος για εξασφάλιση κατάλληλων υποδομών.
Όταν ερωτήθηκε αν μπορεί να διεξαχθεί δίκη με τόσους πολλούς παρευρισκόμενους είπε: «Οι ελάχιστοι συμμετέχοντες πρέπει να είναι τουλάχιστον 500 έως 600». Προειδοποίησε μάλιστα ότι τυχόν περιορισμοί μπορεί να θίξουν τα διαδικαστικά δικαιώματα κι ενδέχεται ακόμα και να οδηγήσουν σε ακυρώσεις.»
