Αναθεώρηση Κανόνων Συγχωνεύσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση
Η Ευρωπαϊκή Ένωση προγραμματίζει μια εκτενή αναθεώρηση των κανονισμών που διέπουν τις συγχωνεύσεις εταιρειών, με στόχο να προσαρμοστεί στις σύγχρονες συνθήκες του διεθνούς ανταγωνισμού. Ο σκοπός είναι να διευκολυνθεί η δημιουργία ισχυρών ευρωπαϊκών επιχειρηματικών σχημάτων, ικανά να ανταγωνιστούν μεγάλες εταιρείες από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα.
Σύμφωνα με ένα προσχέδιο κατευθυντήριων γραμμών, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σκοπεύει να δώσει μεγαλύτερη έμφαση σε παράγοντες όπως η «καινοτομία, οι επενδύσεις και η ανθεκτικότητα της ενιαίας αγοράς» κατά την αξιολόγηση των συγχωνεύσεων. Αν αυτή η αλλαγή υλοποιηθεί, θα αποτελέσει τη σημαντικότερη μεταρρύθμιση από τη δεκαετία του 2000, όταν το κύριο κριτήριο ήταν κυρίως οι επιπτώσεις στους καταναλωτές.
Οι νέες οδηγίες που βρίσκονται υπό εξέταση επεκτείνουν τα κριτήρια αξιολόγησης και δημιουργούν αυξημένες προσδοκίες για τους επενδυτές και τους συμβούλους σχετικά με ένα νέο κύμα συγκέντρωσης στην αγορά. Εφόσον εγκριθούν, θα αντικατοπτρίζουν μια γενικότερη στροφή στην ευρωπαϊκή πολιτική υπέρ της δημιουργίας «ευρωπαίων πρωταθλητών». «Οι κατευθυντήριες γραμμές σηματοδοτούν μια ρήξη με το παρελθόν»,δήλωσε αξιωματούχος της ΕΕ,χαρακτηρίζοντας τες ως «φιλόδοξο σχέδιο που αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα ενός ολοένα πιο απαιτητικού παγκόσμιου ανταγωνισμού». Πρόσθεσε ότι αυτές οι αλλαγές αποτυπώνουν «τις προτεραιότητες της τρέχουσας θητείας της Επιτροπής – φιλοδοξία και κλίμακα».
Στο ίδιο πνεύμα, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν προωθεί μια νέα στρατηγική για την πολιτική ανταγωνισμού που είναι πιο υποστηρικτική προς την ανάπτυξη των επιχειρήσεων σε διεθνείς αγορές. Ωστόσο,αυτή η κατεύθυνση δεν έχει περάσει χωρίς αντιδράσεις. Ορισμένα κράτη-μέλη καθώς και στελέχη της Επιτροπής εκφράζουν ανησυχίες ότι η χαλάρωση των κανόνων μπορεί να έχει αρνητικές συνέπειες για την καινοτομία, να περιορίσει τις επενδύσεις ή ακόμα και να οδηγήσει σε αυξήσεις τιμών.
Παρόλες τις αλλαγές αυτές,το προσχέδιο διατηρεί ως θεμελιώδη αρχή τη διασφάλιση του αποτελεσματικού ανταγωνισμού. Ταυτόχρονα τονίζει ότι «η ανάπτυξη και ο εκσυγχρονισμός των επιχειρήσεων ώστε να αποκτήσουν το απαραίτητο μέγεθος για παγκόσμιο ανταγωνισμό μπορεί επίσης να είναι φιλοανταγωνιστική»,υπογραμμίζοντας πως αυτό μπορεί τελικά να έχει θετικό αντίκτυπο στην ΕΕ. Με δεδομένες τις γεωπολιτικές εξελίξεις αναφέρεται ότι η οικονομία έχει μετακινηθεί προς τομείς υψηλής έντασης στον τομέα της καινοτομίας όπου τόσο ο όγκος όσο και οι νέες ιδέες είναι κρίσιμες για τον ανταγωνισμό.
Σε αυτό το πλαίσιο καλείται η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού να δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα σε στοιχεία όπως «η κλίμακα, οι επενδύσεις καθώς επίσης κι η ανθεκτικότητα», αναγνωρίζοντας τα ως παράγοντες που μπορούν ενδεχομένως να ενισχυθούν μέσω κάποιου βαθμού συγκέντρωσης.
Αν κι αυτοί οι παράγοντες είχαν ήδη εξεταστεί στο παρελθόν πολλές επιχειρήσεις υποστήριζαν πως μέχρι σήμερα είχαν παραγκωνιστεί μπροστά στη σημασία που είχε δοθεί στη δύναμη τιμολόγησης. Το νέο πλαίσιο στοχεύει στο ν’ αλλάξει αυτή τη δυναμική επισημαίνοντας πως ενίσχυση της καινοτόμου σκέψης καθώς επίσης κι επίτευξη μεγαλύτερης κλίμακας μπορούν τελικά ν’ ωφελήσουν τους καταναλωτές μέσω καλύτερης πρόσβασης σε κρίσιμες πρώτες ύλες αλλά κι ενίσχυσης των εφοδιαστικών αλυσίδων.
