Αποκαλύψεις: Το αποδεικτικό υλικό πίσω από τις ποινικές δικογραφίες για άρση βουλευτικής ασυλίας

Το αποδεικτικό περιεχόμενο των ποινικών δικογραφιών που υποβάλλονται στην Βουλή για άρση της βουλευτικής ασυλίας

Η Σημασία των Αποδεικτικών Στοιχείων στις Δικογραφίες Βουλευτών

Το παρόν άρθρο, το οποίο αναδημοσιεύεται αυτούσιο από την επίσημη ιστοσελίδα της Ένωσης Εισαγγελέων, έχει συγγραφεί από τον Γεώργιο Σκιαδαρέση, αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση «Δικαστής».

Ο κ. Σκιαδαρέσης αναλύει με σοβαρά επιχειρήματα τη σημασία που έχουν τα αποδεικτικά στοιχεία σε μια δικογραφία που αποστέλλεται στη Βουλή για την άρση ασυλίας βουλευτών. Με αυτόν τον τρόπο, «αποδομεί» έμμεσα τις νομικές διαδικασίες που ακολούθησε η Ευρωπαία Εισαγγελέας Λάουρα Κοβέσι στην υπόθεση των 11+2 βουλευτών σχετικά με το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ.

Α.Η Αναγκαιότητα των Αποδεικτικών Στοιχείων

Η ανάγκη για επαρκή αποδεικτικά στοιχεία στις ποινικές δικογραφίες κατά βουλευτών δεν εξαρτάται μόνο από την προσοχή του αρμόδιου εισαγγελέα αλλά και από το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο.

  1. Σε πολλές περιπτώσεις,ανεξαρτήτως της ιδιότητας του κατηγορούμενου και εφόσον πρόκειται για κακούργημα ή πλημμέλημα με ποινή φυλάκισης άνω των τριών μηνών ή υπόθεση αρμοδιότητας Τριμελούς Πλημμελειοδικείου (άρθρ. 112 ν.ΚΠΔ), ο εισαγγελέας πρωτοδικών υποχρεούται να διατάξει προκαταρκτική εξέταση μόλις λάβει μήνυση ή καταγγελία, εκτός αν η καταγγελία είναι προφανώς αβάσιμη ή νομικά αστήρικτη.
  2. Η προκαταρκτική εξέταση διεξάγεται σύμφωνα με τα άρθρα 240 και 241 ν.ΚΠΔ ώστε να συγκεντρωθούν τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία για να αποφασιστεί αν θα κινηθεί ποινική δίωξη ή όχι. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας μπορούν να χρησιμοποιηθούν όλα τα προβλεπόμενα αποδεικτικά μέσα όπως μάρτυρες και έγγραφα.

Συμπέρασμα

Σύμφωνα με τις παραπάνω διαδικασίες, ο αρμόδιος εισαγγελικός λειτουργός θα κρίνει εάν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την άσκηση ποινικής δίωξης μετά την ολοκλήρωση της προκαταρκτικής εξέτασης.

Ποινική Δικονομία και Ενδείξεις Δίωξης

Η διαδικασία της ποινικής δίωξης απαιτεί έναν ελάχιστο βαθμό ενδείξεων, καθώς αρκεί να μην είναι «προφανώς αβάσιμη στην ουσία της» η μήνυση ή η έγκληση (βλ.άρθρ. 43§§1 εδ. α΄, 3 και 51§2). Ωστόσο, για πιο σοβαρά εγκλήματα (κακούργημα ή πλημμέλημα που τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών ή υπάγεται στην αρμοδιότητα του Τριμελούς Πλημ/κείου ή του Μονομελούς Εφετείου σύμφωνα με το άρθρ. 110 εδ. δ΄ ν.ΚΠΔ), απαιτούνται «επαρκείς ενδείξεις», οι οποίες διαπιστώνονται κυρίως μέσω προηγούμενης προκαταρκτικής εξέτασης (άρθρ. 43§§1,51§4 ν.ΚΠΔ). Για την παραπομπή στο ακροατήριο μέσω του Προέδρου Εφετών ή με βούλευμα χρειάζονται ακόμα πιο ισχυρές ενδείξεις [«επαρκείς για παραπομπή» κατ’ άρθρ. 309§1 ν.ΚΠΔ, όπως ισχύει, «σοβαρές για παραπομπή» κατ’ άρθρ. 311§1 ν.ΚΠΔ κλπ]. Όλοι αυτοί οι όροι είναι ταυτόσημοι μεταξύ τους και συνδέονται με τον προϊσχύσαντα όρο «αποχρώσες ενδείξεις ενοχής».

Αυτό δείχνει ότι ο νομοθέτης διαφοροποιεί τη βαρύτητα των υπονοιών που προκύπτουν από το αποδεικτικό υλικό σε κάθε στάδιο της διαδικασίας ανάλογα με τη σοβαρότητα της κατάστασης στην οποία βρίσκεται ο ύποπτος ή κατηγορούμενος, ώστε να αποφασιστεί αν θα κινηθεί ποινική δίωξη ή αν θα παραπεμφθεί στο ακροατήριο (βλ. Ν. ΑΝΔΡΟΥΛΑΚΗΣ,όπ., §33, σελ. 20-21 – ΚΑΡΡΑΣ, όπ., σελ.27-28).

Η Υποχρεωτική Προκαταρκτική Έξταση

Μέχρι την εισαγωγή της υποχρεωτικής προκαταρκτικής εξέτασης με τον νόμο 3160/2003 (με κάποιες διαφοροποιήσεις), αυτή είχε συχνά διοικητικό χαρακτήρα και ζητούνταν σπάνια—κυρίως σε περιπτώσεις καταγγελιών κατά κρατικών αξιωματούχων και δημόσιων προσώπων (βλ.N.AΝΔΡΟΥΛΑΚΗΣ ,όπ., §§156 ,158 ,σελίδες117 -118 ). Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού στόχος ήταν η προστασία των πολιτών από αβάσιμες μηνύσεις καθώς επίσης η σημαντική ανακούφιση του δικαστικού φόρτου στη διαδικασία πριν από τη δίκη.

Η σημασία αυτής της διαδικασίας έγκειται στο γεγονός ότι δεν οδηγείται πάντα σε ποινική δίωξη· ο εισαγγελέας μπορεί να αποφασίσει να αρχειοθετήσει μια μήνυση αν δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις μετά την ολοκλήρωση αυτής.

Επαρκείς Ενδείξεις για Δίωξη

Eπαρκείς προς δίωξη ενδείξεις μετά από προκαταρκτική εξέταση υπάρχουν όταν βάσει λογικής εκτίμησης των στοιχείων πιθανολογείται ότι δεν δικαιολογείται η αρχειοθέτηση μιας μήνυσης αλλά αντίθετα επιβάλλεται η έναρξη ποινικής διαδικασίας ώστε να εξετάσει το δικαστήριο αν έχει τελεστεί αξιόποινη πράξη (βλ.N.AΝΔΡΟΥΛΑΚΗΣ ,όπ., §446 ,σελίδες285 -286). Είναι σαφές ότι οι επα sufficient indications for prosecution are not weak or insufficient ones that do not provide reasonable expectations of strengthening through the initiation of criminal proceedings.

Ειδικές Περιπτώσεις: Βουλευτές

Aυτές οι αρχές ισχύουν επίσης στις περισσότερες περιπτώσεις που σχετίζονται με τις ποινικές δικογραφίες κατά βουλευτών που υποβάλλονται στη Βουλή για άρση ασυλίας τους.

Eιδικότερα σύμφωνα με τις διατάξεις περί βουλευτικού ακαταδίωκτου στο άρθρο62του Συντάγματος(αναθεώρηση25-11-19)και άλλες σχετικές διατάξεις κανένας ενεργός βουλευτής δεν μπορεί να διώκεται χωρίς προηγούμενη άδειας από τη Βουλή.

Η Ασυλία των Βουλευτών και η Ποινική Δίωξη

Η ψήφος στο πλαίσιο των πρόσφατων διαδικασιών παραμένει ακαταδίωκτη σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 61§1 του Συντάγματος, ισχύουσα και μετά την ολοκλήρωση της βουλευτικής θητείας (βλ. Β. ΧΡΗΣΤΟΥ, σε ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΣ/ ΚΟΝΤΙΑΔΗΣ/ ΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ, «Σύνταγμα – Ερμ. κατ’ άρθρο», 2024, 873). Αυτή η διάταξη συνιστά έναν ειδικό λόγο άρσης του αδίκου (Λάμπρ. ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ, Ποιν. Δικ. 2012, 745 επ., ιδίως 751), καθιστώντας οποιαδήποτε σχετική καταγγελία νομικά αστήριχτη (βλ. Μιχ.ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ, Ερμ. ν.ΚΠΚ, 2020, 160, §13). Έτσι δεν απαιτείται να ζητηθεί από τη Βουλή η άρση της ασυλίας εκτός από περιπτώσεις συκοφαντικής δυσφήμισης που διώκεται μόνο με έγκριση της Βουλής σύμφωνα με την §2 του ίδιου άρθρου.

Οι ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις αποσκοπούν στην προστασία της λειτουργίας και ανεξαρτησίας της Βουλής καθώς και στην ελευθερία λόγου και ψήφου των βουλευτών από προσχηματικές καταγγελίες που μπορεί να προέρχονται από πολιτικούς αντιπάλους ή κακόβουλους τρίτους (ΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗΣ σε ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ/ ΚΟΝΤΙΑΔΗΣ/ ΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ/ ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ «Σύνταγμα-Κατ’ άρθρο Ερμ.» ,2017 ,1082 ,§2 – Β . ΧΡΗΣΤΟΥ ό .π .873 ,882).

Σε αυτές τις περιπτώσεις ακόμα κι αν δεν έχει δοθεί άδεια για ποινική δίωξη in personam από τη Βούλη μπορεί να διεξαχθεί ανάκριση για επιβεβαίωση εγκλήματος ή προκαταρκτική εξέταση αλλά απαγορεύεται η διενέργεια ανακριτικών πράξεων που πλήττουν το πρόσωπο του βουλευτή όπως κλήσεις προς απολογία ή έκδοση εντάλματος σύλληψης (βλ. άρθρο 56§1 ν.KPΔ). Μετά την επιτρεπόμενη έρευνα είναι δυνατή η αρχειοθέτηση της μήνυσης.

Όταν ο αρμόδιος εισαγγελέας εξετάσει δικογραφία κατά εν ενεργεία βουλευτή και κρίνει ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για ποινική δίωξη in personam πρέπει πρώτα να ζητήσει άδεια από τη Βούλη «την χορήγηση άδειας άσκησης ποινικής δίωξης». Στην αίτηση αυτή επισυνάπτονται επικυρωμένα αντίγραφα όλων των στοιχείων της δικογραφίας.

Μετά τον έλεγχο αυτής ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου θα διαβιβάσει την αίτηση στον Πρόεδρο της Βούλης μέσω Υπουργού Δικαιοσύνης εφόσον διαπιστώσει ότι η υπόθεση είναι δικαστικά εκτιμήσιμη (άρθρο 83 Κανονισμού). Η διαδικασία στη συνέχεια περιλαμβάνει αρχικά αξιολόγηση από Επιτροπή Κοινοβουλευτικής Δεοντολογίας πριν φθάσει στην Ολομέλεια όπου δεν εξετάζεται η ουσία αλλά αν το αδίκημα σχετίζεται με τα καθήκοντα του βουλευτή.

Είναι σημαντικό ο εισαγγελέας να έχει συγκεντρώσει επαρκές αποδεικτικό υλικό ώστε οι ενδείξεις για ποινική δίωξη να είναι βάσιμες πριν υποβάλλει αίτηση για άρση ασυλίας ενός βουλευτή χωρίς αυτό να σημαίνει ότι απαιτείται εξαντλητική συλλογή στοιχείων πριν τη διαδικασία αυτή.

Εάν η υπόθεση φτάσει στο δικαστήριο με ανεπαρκή αποδεικτικά στοιχεία, προκειμένου να αποφευχθεί η παραγραφή, τότε το αποτέλεσμα είναι αναμενόμενο και δεν μπορεί να είναι διαφορετικό από την απαλλαγή. Αυτή η κατάσταση αφήνει πίσω της μόνο αρνητική φασαρία και ασφυκτική ατμόσφαιρα στα δημόσια ζητήματα.

Είναι σαφές ότι αυτή η διαδικασία είναι εντελώς διακριτή και δεν πρέπει να συγχέεται με την ποινική ευθύνη των υπουργών, όπως ορίζεται στο άρθρο 86 του Συντάγματος [όπως έχει μεταφερθεί στη δημοτική γλώσσα με το Β΄ Ψήφισμα της 6-11-1986 της ΣΤ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων και όπως έχει αναθεωρηθεί με το Ψήφισμα της 6-4-01 της Ζ΄ Αναθ. Β.τ.Ε καθώς και το Ψήφισμα της 25-11-19 της Θ΄ Αναθ. Β.τ.Ε, ΦΕΚ Α΄ 187/28-11-19]. Επιπλέον, ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 1 επόμενα του ν. 3126/2003 και του ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ της Βουλής (ΦΕΚ Α΄ 106/1987), όπως έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, σε συνδυασμό με την Εγκύκλιο του Εισαγγελέα ΑΠ Δημ. ΛΙΝΟΥ αριθμός 4/2003.

Σύμφωνα με αυτές τις διατάξεις, οποιαδήποτε δίωξη ή έρευνα κατά υπουργών ή υφυπουργών για ποινικά αδικήματα που σχετίζονται με τα καθήκοντά τους απαιτεί προηγούμενη απόφαση από τη Βουλή. Έτσι, οι σχετικές καταγγελίες (έγκληση, μήνυση ή αναφορά) υποβάλλονται χωρίς καμία προηγούμενη έρευνα από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών προς εξέταση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος τις προωθεί μέσω του Υπουργού Δικαιοσύνης στον Πρόεδρο της Βουλής (κατ’ ανάλογη εφαρμογή του προαναφερθέντος άρθρου 83 του ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ σε συνδυασμό με την υπ’ αριθμ. 4/2003 Εγκύκλιο του Διευθυντή ΛΙΝΟΥ).

Αν κατά τη διάρκεια άλλης ανάκρισης ή διοικητικής εξέτασης «προκύψουν στοιχεία» που αφορούν τα ίδια πρόσωπα για τα ίδια ανωτέρω αδικήματα, τότε ο διενεργών τη διαδικασία υποχρεούται να διαβιβάσει τα στοιχεία «χωρίς καθυστέρηση», δηλαδή άμεσα και χωρίς καμία αξιολόγηση (άρθρ. 4§4 ν.3216/03) στον αρμόδιο εισαγγελέα πρωτοδικών ώστε να ξεκινήσει άμεσα η διαδικασία υποβολής τους στη Βουλή.

Κύλιση στην κορυφή