Η ΕΛ.ΑΣ.προχώρησε στην εξάρθρωση μιας εγκληματικής ομάδας που φέρεται να είχε οργανώσει τηλεφωνικές απάτες στο Ζεφύρι, συλλαμβάνοντας συνολικά οκτώ άτομα.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες, η συνολική λεία της εγκληματικής οργάνωσης ξεπερνά τα 700.000 ευρώ.
Ένα βίντεο καταγράφει τη στιγμή της αστυνομικής επιχείρησης, ενώ από την έρευνα αποκαλύφθηκε ο τρόπος με τον οποίο τα μέλη του κυκλώματος εντόπιζαν τα υποψήφια θύματα και τα πείθουν να παραδώσουν χρήματα και πολύτιμα αντικείμενα.
Όπως αναφέρει η αστυνομία, οι δράστες αναζητούσαν τυχαία ονόματα πολιτών μέσω έντυπων τηλεφωνικών καταλόγων ή διαδικτυακών πηγών που παρείχαν αντίστοιχες πληροφορίες. Στη συνέχεια επικοινωνούσαν με τα θύματα παρουσιάζοντας τους εαυτούς τους ως υπαλλήλους του ΔΕΔΔΗΕ ή άλλων εταιρειών παροχής υπηρεσιών ενέργειας και τηλεπικοινωνιών.
Με διάφορες δικαιολογίες όπως η υποχρέωση δήλωσης στην εφορία, διαρροές ηλεκτρικού ρεύματος ή τεχνικά προβλήματα στα δίκτυα επικοινωνίας και ενέργειας, κατάφερναν να πείσουν τους πολίτες να συγκεντρώσουν χρήματα και τιμαλφή για να τα αφήσουν σε σημεία προσβάσιμα είτε μέσα είτε έξω από το σπίτι τους. Την ίδια στιγμή, άλλα μέλη της ομάδας πήγαιναν στα συγκεκριμένα σημεία για να αφαιρέσουν όσα είχαν παραδοθεί.
Μάλιστα, σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ.,σε κάποιες περιπτώσεις μετά την ολοκλήρωση των παράνομων ενεργειών τους, ξανακαλούσαν τα θύματα προσποιούμενοι ότι είναι αστυνομικοί για να μάθουν την αξία των κλοπιμαίων.
Τα ηχογραφημένα μηνύματα και οι «αστυνομικοί»
Για να κάνουν τις απάτες πιο πειστικές, χρησιμοποιούσαν συχνά ηχογραφημένα αυτοματοποιημένα μηνύματα του ΔΕΔΔΗΕ που ενεργοποιούνται όταν ένας πελάτης βρίσκεται σε αναμονή κλήσης από την υπηρεσία.
Eπιπλέον, αναπαρήγαγαν ήχους έκτακτης ανάγκης κατά τη διάρκεια των τηλεφωνικών συνομιλιών ώστε οι ισχυρισμοί τους να φαίνονται πιο αληθοφανείς.
Sε άλλες περιπτώσεις παρουσιαζόντουσαν ως αστυνομικοί χρησιμοποιώντας εφέ που παρέπεμπαν σε σειρήνες περιπολικών της Ελληνικής Αστυνομίας.
Mάλιστα, όπως προαναφέρθηκε προηγουμένως, μετά τις παράνομες πράξεις τους ξανακαλούσαν τα θύματα προσποιούμενοι ότι είναι αστυνομικοί για τον ίδιο σκοπό: τη διαπίστωση της αξίας των αφαιρεθέντων αντικειμένων.
Mε στόχο τον περιορισμό του κινδύνου εντοπισμού τους άλλαζαν συχνά το σημείο όπου εγκαθιστούσαν το «τηλεφωνικό κέντρο», καθώς επίσης προχωρούσαν συνεχώς σε αλλαγές στους αριθμούς τηλεφώνου που χρησιμοποιούσαν.
Στους χώρους λειτουργίας αυτών των κέντρων είχαν εγκαταστήσει ρολά ασφαλείας καθώς και συστήματα παρακολούθησης ώστε να ανιχνεύουν πιθανές παρουσίες αστυνομικών εγκαίρως.
Οι ρόλοι και ευρήματα
Aυτή η εγκληματική ομάδα αποτελούνταν από δύο διευθυντικά στελέχη έναν “ανιχνευτή”, καθώς επίσης πέντε “τηλεφωνητές”, καθένας εκ των οποίων είχε συγκεκριμένο ρόλο στη λειτουργία της ομάδας.
Οι δύο διευθυντές ήταν υπεύθυνοι για τη γενική εποπτεία του τηλεφωνικού κέντρου αλλά και τον συντονισμό όλων των επιχειρησιακών δραστηριοτήτων ενώ ο “ανιχνευτής” είχε καθήκοντα σχετικά με τη συλλογή στοιχείων αλλά κι ενεργοποίηση νέων συνδέσεων.
Oι πέντε “τηλεφωνητές” ήταν αυτοί που πραγματοποιούσαν τις επαφές με τα θύματα αποτελώντας έτσι τον πυρήνα δράσης της ομάδας.
Κατά τη διάρκεια ερευνών από πλευράς αστυνομίας βρέθηκαν συνολικά δέκα κινητά τηλέφωνα μαζί με έναν έντυπο τηλεφωνικό κατάλογο καθώς επίσης χειρόγραφες σημειώσεις κι ένα χρηματικό ποσό ύψους 960 ευρώ.
Οι οκτώ συλληφθέντες οδηγήθηκαν στον εισαγγελέα πριν παραπεμφθούν στον ανακριτή.
