Μια νέα μελέτη προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με τις καλύτερες πρακτικές διαχείρισης δασών, βασισμένη σε ένα πείραμα που είχε ξεχαστεί για χρόνια στην Αυστραλία.
Αυστραλία: Η αντιπαράθεση γύρω από την πλήρη υλοτομία
Το πείραμα διεξήχθη σε ορεινές περιοχές της πολιτείας Βικτώρια,σε δάση που περιλάμβαναν φράξους,και προήλθε από τις έντονες αμφιβολίες που εκφράστηκαν ήδη από τη δεκαετία του 1970 σχετικά με την πρακτική της πλήρους υλοτομίας.
Από τη μία πλευρά, οι περιβαλλοντικοί επιστήμονες προειδοποιούσαν ότι η ολοκληρωτική κοπή των δέντρων διαταράσσει το φυσικό οικοσύστημα σπάνιων ειδών και υπονομεύει την οικολογική ισορροπία. Αντίθετα, οι δασολόγοι υποστήριζαν ότι αυτός ο τύπος δέντρου έχει φυσική ικανότητα να αντέχει στις καταστροφικές πυρκαγιές, θεωρώντας την πλήρη υλοτομία ως μια τεχνητή αναπαραγωγή αυτής της φυσικής διαδικασίας.
A forgotten 30-year forest experiment just delivered a huge surprise | ScienceDaily https://t.co/PdohtMmbLQ
— Unlikely Buddha (@Unlikely_Buddha) October 5, 2026
Ποιο είναι το ερευνητικό πλαίσιο στην Αυστραλία;
Η διαμάχη ήταν έντονη και η πόλωση είχε αρνητικές συνέπειες για τη διαχείριση των δασών στην Αυστραλία. Όπως αναφέρει το The Conversation, τα θεμελιώδη ερωτήματα σχετικά με τις επιπτώσεις της πλήρους υλοτομίας σε σύγκριση με λιγότερο επεμβατικές επιλογές παρέμειναν χωρίς απάντηση.
Στη διάρκεια αυτής της περιόδου, στα μέσα της δεκαετίας του ’80, η κυβέρνηση της Βικτώριας προχώρησε σε αναδιοργάνωση του κλάδου ξυλείας επενδύοντας περίπου 26 εκατομμύρια δολάρια Αυστραλίας (σε σημερινές τιμές) για να εξερευνήσει εναλλακτικές προσεγγίσεις. Έτσι δημιουργήθηκε το «Έργο Δασοκομικών Συστημάτων» μεταξύ 1987 και 1989 σε δύο περιοχές: στο Tanjil Bren στα Κεντρικά Υψίπεδα και στο Cabbage Tree Creek στο Ανατολικό Γκίπσλαντ.
Για να απαντήσουν στα ερωτήματά τους, οι επιστήμονες συγκρίθηκαν διάφορες μέθοδοι αποκατάστασης του δάσους. Πραγματοποιήθηκε παραδοσιακή πλήρης υλοτόμηση σε εκτάσεις των 250–350 μέτρων καθώς και μικρότερες συστάδες ύψους έως 140 μέτρων. Επίσης εφαρμόστηκε δραστική αραίωση όπου αφαιρέθηκαν το 50-70% των δέντρων ενώ μη υλοτόμητες περιοχές χρησιμοποιήθηκαν ως σημεία αναφοράς.
Στην περιοχή Τάντζιλ Μπρεν υπήρχε πυκνή βλάστηση φράξου μετά τις μεγάλες πυρκαγιές του ’39.Μέχρι τα πρώτα χρόνια του νέου αιώνα τα αρχικά αποτελέσματα έδειξαν ότι ο φράξος αναγεννιόταν καλύτερα στις περιοχές όπου είχε γίνει πλήρης κοπή. Εκεί όπου παρέμειναν ψηλά δέντρα επικρατούσαν κοινά είδη όπως η ακακία.
A forgotten 30-year forest experiment just delivered a huge surprise https://t.co/WsOTzerSPt
— DR.Moore 🧭 🍁 (@BatchukaO) October 4, 2026
Τα ευρήματα του πειράματος
Το έτος 2014 οι ερευνητές επέστρεψαν στην περιοχή κατά τη διάρκεια μιας διάλεξης στο Πανεπιστήμιο Μελβούρνης και αντίκρισαν κάτι εντυπωσιακό: τα υπόλοιπα δέντρα μετά την αραίωση παρουσίασαν εξαιρετική ανάπτυξη. Παρότι ήταν μόλις ηλικίας περίπου ογδόντα χρόνων, η διάμετρος των μεγαλύτερων ξεπερνούσε το ένα έως ένα μισό μέτρο – δηλαδή ήταν κατά περίπου είκοσι τοις εκατό μεγαλύτερα από εκείνα στις μη επηρεαζόμενες περιοχές.
Παράλληλα διαπιστώθηκε πως μέσα σε τρεις δεκαετίες όχι μόνο αποκαταστάθηκε όλος ο άνθρακας που αφαιρέθηκε κατά τη διάρκεια της κοπής αλλά συγκεντρώθηκε συνολικά ίσο ή ακόμα περισσότερο ποσό άνθρακος στο ξύλο τους συγκριτικά με τις ανέγγιχτες ζώνες.
Επιπλέον παρατηρήθηκε ότι τα μεγαλύτερα αυτά φυτά είναι πιο ανθεκτικά στις φωτιές και σχηματίζουν πιο εύκολα κουφάλες – απαραίτητους χώρους για σπάνια είδη πανίδας όπως είναι το πόσουμ Leadbeater ή άλλοι θηλαστικοί κάτοικοι αυτού του οικοσυστήματος. Οι κάμερες παρακολούθησης κατέγραψαν την παρουσία αυτού του πόσουμ μόνο στις περιοχές όπου είχαν γίνει παρεμβάσεις στη βλάστηση ενώ δεν εντοπίστηκε καθόλου στις ανέγγιχτες ζώνες.
Ωστόσο οι επιστήμονες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει μία μοναδική λύση στη διαχείριση των δασών αλλά η αραίωση μπορεί να λειτουργήσει ως ένα ισχυρό εργαλείο για τη δημιουργία ποικιλότητας όσον αφορά την ηλικία και τον όγκο των φυτών ενώ παράλληλα συμβάλλει στη διαφύλαξη ενός ισορροπημένου περιβάλλοντος.
