«Αυξήσεις που δεν φτάνουν: Ο βασικός μισθός σε κρίση»

Ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα έχει φτάσει σε κρίσιμο σημείο.

Αυτό το σημείο καθορίζεται από την ισχυρή αντίσταση των μικρών επιχειρήσεων που συνήθως απασχολούν ανειδίκευτους ή νέους εργαζόμενους, καθώς και από τον κυβερνητικό στόχο για υψηλά πλεονάσματα. Αυτά τα πλεονάσματα προέρχονται κυρίως από τη φορολογία που επιβάλλεται στα χαμηλά εισοδήματα και τους έμμεσους φόρους στην κατανάλωση.

Την άνοιξη του 2027, ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε ότι ο αρχικός μισθός θα φτάσει τα 950 ευρώ, δηλαδή μια αύξηση μόλις 3,2%, ενώ ο πληθωρισμός (Αύγουστος 2026) τρέχει με ποσοστό 3,8% (και στις αρχές της επόμενης χρονιάς θα ανέλθει στα 1.000 ευρώ, ήτοι αύξηση 5,2%).

Συγκριτικά με την τελευταία Συλλογική Σύμβαση του 2010 που όριζε τον μισθό στα 751 ευρώ,η πραγματική αξία του εισαγωγικού μισθού (σε αγοραστική δύναμη) τώρα που αναπροσαρμόζεται μέσω κυβερνητικής παρέμβασης είναι περίπου στα 678 ευρώ (με ενδιάμεσο πληθωρισμό στο 26,3%).

Επιπλέον, ο πρωθυπουργός φαίνεται να είναι πιο συγκρατημένος ακόμα και σε σχέση με τον κατώτατο μισθό του 2010 (σε όρους αγοραστικής δύναμης), καθώς από τον Ιανουάριο θα υπολογίζεται και η πρώτη τριετία για όσους έχουν συνεχή εργασία από την αρχή του νέου έτους. Αυτό σημαίνει ότι θα υπάρξει αναπροσαρμογή κατά περίπου 10% στον βασικό μισθό…

Μισθολογικές μειώσεις: Πώς συμβαίνει αυτό;

Mπορεί τελικά οι περικοπές στους μισθούς λόγω των μνημονίων να έχουν γίνει μονιμότητα; Όχι μόνο στις συντάξεις αλλά και στους ενεργούς εργαζόμενους…

Με την παραγωγικότητα στην Ελλάδα να βρίσκεται στο μόλις 56% του μέσου ευρωπαϊκού επιπέδου (38 ευρώ ανά ώρα εργασίας έναντι των 76 στη Γερμανία και των140 στη Δανία), αυτό δεν προκαλεί έκπληξη.

Οι χαμηλοί μισθολογικοί δείκτες σχετίζονται άμεσα με την παραγωγικότητα της εργασίας. Αυτό δεν συμβαίνει μόνο λόγω της περιορισμένης εξειδίκευσης ή της έλλειψης εκπαίδευσης αλλά επίσης λόγω ελλείψεων στις επενδύσεις. Οι μικρές επιχειρήσεις συχνά δεν διαθέτουν τους πόρους για τέτοιες επενδύσεις. Οι τεχνολογικές εξελίξεις που μπορούν να αυξήσουν την παραγωγικότητα χωρίς περισσότερους εργαζόμενους δεν είναι εφικτές σε μεγάλη κλίμακα για τις μικρές επιχειρήσεις…

Kαι δεδομένου ότι αυτές οι επιχειρήσεις αποτελούν μεγάλο ποσοστό στον εκλογικό χάρτη, οι αντιδράσεις τους ακούγονται δυνατά… Ο τομέας των μικρών εργοδοτών θεωρείται σημαντικός πολιτικά γιατί πλήττεται σοβαρά από τη φορολογία τόσο μέσω τεκμηρίων όσο και λόγω της μεταφοράς τζίρου προς μεγαλύτερες εταιρείες όπως πολυκαταστήματα και σούπερ-μάρκετ…

Οι εργαζόμενοι “βιώνουν” τις συνέπειες αυτού του περιορισμένου μεγέθους των επιχειρήσεων καθώς επίσης τις ελλείψεις επενδύσεων και τη βαριά φορολογία.

Τα μεικτά ποσά ύψους €920 το μήνα που θα λαμβάνουν οι ανειδίκευτοι εργάτες για άλλους έξι μήνες μεταφράζονται σε καθαρό ποσό €756.

Aπό πλευράς κόστους για τις επιχειρήσεις αυτή η αύξηση σημαίνει ένα συνολικό κόστος €1.105 μηνιαίως ή €15.456 ετησίως.

Eπομένως η φορολογία “στερεί” το ένα πέμπτο κάθε αύξησης (20% φόρος επί μηνιαίου καθαρού εισοδήματος πάνω από €714) ενώ ο ΕΦΚΑ παρακρατεί σχεδόν τα τέσσερα στα δέκα ευρώ – μια σοβαρή πρόκληση για τους εργαζόμενους στην Ελλάδα.

Κύλιση στην κορυφή