Ανακαλύπτοντας τις Προκλήσεις των Εργαζομένων: Το Νέο Ρεπορτάζ της Alco για τις Ευκαιριακές Σπουδές και Εργασίες

Νέες συλλογικές συμβάσεις: Οι καλύτερες αμοιβές και πώς κέρδισαν οι… μεγάλες επιχειρήσεις

Η Σχέση Εκπαίδευσης και Εργασίας στην Ελλάδα

Οι νέοι ξεκινούν τη ζωή τους με όνειρα και φιλοδοξίες στο Πανεπιστήμιο, αλλά η πραγματικότητα της εργασιακής αγοράς συχνά τους οδηγεί σε διαφορετικούς δρόμους. Η Ελλάδα δεν προσφέρει αρκετές θέσεις εργασίας υψηλής ποιότητας και εξειδίκευσης, με αποτέλεσμα πολλοί νέοι να αναζητούν ευκαιρίες στο εξωτερικό. Όσοι χρειάζονται άμεσα εργασία συχνά καταλήγουν σε προσωρινές ή ευκαιριακές θέσεις.

Σύμφωνα με έρευνα που διεξήγαγε η Alco για λογαριασμό του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, σχεδόν το 40% των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα δηλώνει ότι οι σπουδές ή τα προσόντα τους δεν σχετίζονται καθόλου με την τρέχουσα εργασία τους. Αυτή η απόκλιση είναι πιο έντονη στους εργαζόμενους που απασχολούνται σε περιστασιακές δουλειές, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι ανάγκες βιοπορισμού οδηγούν σε ετεροαπασχόληση.

Περίπου το 73% των ατόμων που εργάζονται με εκ περιτροπής απασχόληση δηλώνουν ότι οι σπουδές ή τα προσόντα τους έχουν ελάχιστη ή καμία σχέση με την εργασία τους. Αντίστοιχα, το 66% των εργαζομένων σε μερική απασχόληση βιώνει παρόμοια κατάσταση.

Αυτό δείχνει ότι όσο πιο περιορισμένη είναι η μορφή απασχόλησης ενός ατόμου, τόσο λιγότερο αξιοποιούνται οι γνώσεις και τα προσόντα του στην πράξη. Η σύνδεση μεταξύ σπουδών και επαγγελματικής δραστηριότητας φαίνεται να ωφελεί τόσο τον εργαζόμενο όσο και την επιχείρηση, καθώς επηρεάζει θετικά την απόδοση στα καθήκοντά τους.

Όσο μεγαλύτερη είναι η σύνδεση μεταξύ εκπαίδευσης και εργασίας, τόσο καλύτερα ανταποκρίνονται οι εργαζόμενοι στις υποχρεώσεις τους. Από εκείνους που δηλώνουν υψηλή ανταπόκριση στα καθήκοντά τους, περισσότεροι από το μισό (55%) αναφέρουν ότι οι σπουδές ή τα προσόντα τους σχετίζονται πολύ στενά με τη δουλειά τους. Αντιθέτως, ανάμεσα στους λιγότερο αποδοτικούς υπαλλήλους, εννέα στους δέκα (90%) θεωρούν τις γνώσεις τους ασύνδετες προς τις απαιτήσεις της θέσης.

Για όσους πιστεύουν πως διαθέτουν περισσότερες δεξιότητες από αυτές που απαιτεί ο ρόλος τους στη δουλειά, κυρίαρχος παράγοντας είναι οι περιορισμένες ευκαιρίες στην αγορά εργασίας. Περίπου το 39% δήλωσε πως αναζητούσε άμεσες προοπτικές ανεξαρτήτως αν είχαν περισσότερα προσόντα από αυτά της θέσης ενώ περίπου το 21% επέλεξε τη θέση λόγω της επιθυμίας για σταθερότητα.

Από την άλλη πλευρά, για εκείνους που αισθάνονται πως έχουν λιγότερες δεξιότητες από αυτές που απαιτούνται στη θέση εργασίας υπάρχει μια σημαντική αιτία: η έλλειψη εμπειρίας στον χώρο εργασίας (47%). Ακολουθεί ένα ποσοστό 18% που επικαλείται την έλλειψη κατάλληλων εκπαιδευτικών προγραμμάτων ενώ περίπου ένας στους δέκα συνδέει τις δυσκολίες του με τις τεχνολογικές εξελίξεις.

Όταν καλούνται να επιλέξουν ποιες δεξιότητες θα ήθελαν να βελτιώσουν περισσότερο στο μέλλον σχεδόν ο μισός πληθυσμός (48%) αναδεικνύει τις ψηφιακές δεξιότητες ως κορυφαία προτεραιότητα. Ακολουθούν κοινωνικο-συναισθηματικές δεξιότητες (27%),γνωστικές δεξιότητες (24%),διοικητικές/οργανωτικές δεξιότητες (21%) καθώς επίσης τεχνικές γνώσεις (20%).

This data indicates that employees recognize the necessity for skill enhancement not only in technical areas but also in organizational and social aspects as well. Despite ongoing discussions about technological advancements and their impact on job requirements over the next few years only about a quarter of workers believe that certain skills related too their profession will become obsolete soon; conversely nearly half feel such changes are unlikely to occur at all within the same timeframe.

Κύλιση στην κορυφή