Η ελληνική υπηρεσία της Deutsche Welle δεν θα κλείσει τελικά. Η απόφαση που είχε ληφθεί τον περασμένο Φεβρουάριο για την παύση της λειτουργίας της στις 31 Δεκεμβρίου 2026 ανακλήθηκε, έπειτα από τις έντονες αντιδράσεις που προκάλεσε και την αύξηση των μετρήσεων του ελληνικού προγράμματος.
Με 62 χρόνια αδιάλειπτης παρουσίας, η ελληνική υπηρεσία ήταν η μοναδική από τα συνολικά 32 προγράμματα της DW που είχε αποφασιστεί να καταργηθεί. Το κλείσιμό της εντάσσονταν στο αρχικό σχέδιο για περικοπές ύψους 20 εκατ. ευρώ.
Από τη στιγμή που έγινε γνωστή η σχετική απόφαση, υπήρξαν παρεμβάσεις πολιτικών και εκπροσώπων φορέων τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς. Σύμφωνα με πληροφορίες, ακόμα και στελέχη της DW χαρακτήριζαν τις αντιδράσεις «ιστορικές».
Παρά την πίεση, αρχικά δεν θεωρούνταν πιθανή η ανατροπή αυτής της απόφασης. Είχε ληφθεί σε υψηλό επίπεδο στη Γερμανία και μέχρι σήμερα δεν υπήρξε προηγούμενο αντίστοιχης υποχώρησης.
Νέα δεδομένα για την ελληνική υπηρεσία
Οι αντιδράσεις δεν ήταν το μόνο στοιχείο που επηρεάζει την κατάσταση.Το ελληνικό πρόγραμμα παρουσίασε σημαντική αύξηση στις επιδόσεις του, ακόμη και μετά την ανακοίνωση ότι θα σταματήσει στο τέλος του 2026.
Aυτά τα δύο στοιχεία φαίνεται ότι επηρέασαν τη τελική απόφαση. Έτσι,το «λουκέτο» αναιρέθηκε ομόφωνα,ενώ η αρχική απόφαση είχε ληφθεί κατά πλειοψηφία.
Το ετήσιο κόστος λειτουργίας της ελληνικής υπηρεσίας ανέρχεται περίπου σε 720.000 ευρώ. Παράγει πρωτότυπο περιεχόμενο για διαδικτυακές πλατφόρμες, το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, ενώ πρόσφατα έχει ενισχύσει τη δραστηριότητά της στα social media. Επιπλέον, υλικό διανέμεται σε ελληνικά Μέσα Ενημέρωσης μέσω επίσημων συνεργασιών με τη Deutsche Welle.
Pερικοπές ύψους 10 εκατ. ευρώ αντί για 20 εκατ.
Aλλαγές υπάρχουν επίσης στον συνολικό σχεδιασμό των περικοπών. Η Deutsche Welle θα προχωρήσει τελικά σε εξοικονόμηση ύψους 10 εκατ. ευρώ αντί των αρχικών προβλέψεων των 20 εκατ. ευρώ.
Aυτό το ποσό θα κατανεμηθεί αναλογικά σε όλο το πρόγραμμα της DW χωρίς να απαιτηθεί η κατάργηση της ελληνικής υπηρεσίας.
Eτσι ένα πρόγραμμα με περισσότερες από έξι δεκαετίες παρουσίας θα συνεχίσει τελικά να λειτουργεί κανονικά.
