Η Ελλάδα κατατάσσεται στη δεύτερη χαμηλότερη θέση ανάμεσα στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά τις μέσες ετήσιες αποδοχές των εργαζομένων πλήρους απασχόλησης, σύμφωνα με τα δεδομένα της Eurostat για το 2025.
Οι ετήσιες αποδοχές στην Ελλάδα ανέρχονται σε 18.800 ευρώ, με τη Βουλγαρία να είναι η μόνη χώρα που έχει χαμηλότερο δείκτη, ο οποίος φτάνει τα 16.200 ευρώ. Ακριβώς πάνω από την Ελλάδα βρίσκεται η Ουγγαρία, όπου οι μέσες αποδοχές είναι 20.100 ευρώ.
Η διαφορά από τον μέσο όρο της ΕΕ ανέρχεται σε 22.700 ευρώ. Πιο συγκεκριμένα, οι μέσες ετήσιες αποδοχές πλήρους απασχόλησης στην Ένωση έφτασαν τα 41.500 ευρώ το 2025, αυξημένες από τα 39.800 ευρώ του προηγούμενου έτους.
Στην κορυφή της ευρωπαϊκής κατάταξης βρίσκεται το Λουξεμβούργο με εντυπωσιακές μέσες ετήσιες αποδοχές ύψους 85.600 ευρώ, ακολουθούμενο από τη Δανία με 73.500 ευρώ και την Ιρλανδία με 64.400 ευρώ.
Αυτή η σύγκριση αναδεικνύει τη σημαντική διαφορά μεταξύ της Ελλάδας και των χωρών που έχουν υψηλές αποδοχές εργασίας. Ο ελληνικός δείκτης αντιπροσωπεύει μόλις το 45,3% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Σύμφωνα με την Eurostat, οι μέσες ετήσιες αποδοχές πλήρους απασχόλησης στην ΕΕ παρουσίασαν αύξηση κατά 4,3% το έτος 2025, ανεβαίνοντας από τα προηγούμενα επίπεδα των 39.800 ευρώ σε αυτά των 41.500 ευρώ.
Ωστόσο, αυτή η αύξηση είναι ονομαστική και δεν έχει προσαρμοστεί στον πληθωρισμό· επομένως δεν αντικατοπτρίζει απαραίτητα τις αλλαγές στην πραγματική αγοραστική δύναμη των εργαζομένων.
Ο συγκεκριμένος δείκτης αναφέρεται στον μέσο ετήσιο μισθό για θέσεις πλήρους απασχόλησης και προσαρμόζεται ώστε να περιλαμβάνει τις αμοιβές εργαζομένων που εργάζονται μερικώς ως ισοδύναμες πλήρους απασχόλησης.
Για τον υπολογισμό αυτού του δείκτη χρησιμοποιούνται στοιχεία τόσο από τους Εθνικούς Λογαριασμούς όσο και από την Έρευνα Εργατικού Δυναμικού που διεξάγει η Eurostat; αξίζει να σημειωθεί ότι για την Ολλανδία χρησιμοποιείται διαφορετική προσέγγιση στη συλλογή δεδομένων σύμφωνα με τις διευκρινίσεις της ευρωπαϊκής στατιστικής υπηρεσίας.
