Ρωγμές στο Αφήγημα των Τραπεζών
Καθώς οι συστημικές τράπεζες προετοιμάζονται να δημοσιοποιήσουν τα οικονομικά τους αποτελέσματα για την προηγούμενη χρονιά, αρχίζουν να εμφανίζονται αμφιβολίες σχετικά με τις «μεγάλες επιτυχίες» που υποστήριξαν την άνοδο των μετοχών του κλάδου τα τελευταία χρόνια.
Σύμφωνα με πληροφορίες,οι τέσσερις κύριες τράπεζες αναμένεται να ανακοινώσουν συνολικά κέρδη περίπου 5 δισ. ευρώ για το 2025, από τα οποία σχεδόν το μισό – 2,35 δισ.ευρώ – θα διανεμηθεί στους μετόχους.
Οι ανακοινώσεις αυτές θα περιλαμβάνουν και επενδυτικά σχέδια τριετίας που θα προσπαθήσουν να σκιαγραφήσουν μια ελκυστική εικόνα ανάπτυξης, περιλαμβάνοντας σχέδια εξαγορών κυρίως στον τομέα της ασφάλισης και των επενδύσεων καθώς και επέκταση σε νέες αγορές.
Ωστόσο, πίσω από αυτές τις φιλόδοξες δηλώσεις κρύβεται η σκληρή πραγματικότητα: το μοντέλο ανάπτυξης που έχει δημιουργήσει υπερκέρδη εις βάρος φορολογουμένων και καταθετών μέσω κρατικών εγγυήσεων και δημόσιας στήριξης μέσω δανείων του Ταμείου Ανάκαμψης πλησιάζει στα όριά του.
Με αυτό το μοντέλο οι τέσσερις συστημικές τράπεζες (Εθνική, Πειραιώς, Eurobank και Alpha Bank) έχουν αποφέρει συνολικά κέρδη ύψους 16,5 δισ. ευρώ κατά την περίοδο 2022-2025. Για αυτήν τη διάρκεια έχουν διανείμει περίπου 5,1 δισ. ευρώ στους μετόχους τους (μέσω μερισμάτων και επαναγορών μετοχών).
Δεδομένου ότι οι πηγές αυτών των κερδών εξαντλούνται γρήγορα, προγραμματίζουν μεγαλεπήβολα σχέδια εξαγορών εταιρειών στον ασφαλιστικό και επενδυτικό τομέα ώστε να αποκτήσουν έσοδα από προμήθειες σε προϊόντα όπως ασφάλειες ή αμοιβαία κεφάλαια για τη συντήρηση της χρηματοοικονομικής τους κατάστασης.
Eάν δεν μπορέσουν να ενσωματώσουν νέα έσοδα από τραπεζοασφαλιστικές δραστηριότητες μέσω εξαγορών εταιρειών αυτού του τύπου είναι πολύ πιθανό ότι δεν θα μπορέσουν να παρουσιάσουν αντίστοιχη αύξηση εσόδων ή κερδών για το 2026. Για παράδειγμα η αύξηση νέων δανείων ανήλθε σε περίπου 14 δισ.ευρώ συνολικά για το έτος 2025.
Οι τραπεζίτες «πανηγυρίζουν» γιατί τα έσοδα από αυτά τα νέα δάνεια κάλυψαν απώλειες που είχαν στα εύκολα έσοδα τόκων μέχρι τον προηγούμενο χρόνο. Μέχρι τότε πλήρωναν ελάχιστους τόκους στους καταθέτες αλλά χρησιμοποιούσαν αυτά τα χρήματα για υψηλές αποδόσεις μέσω ειδικών λογαριασμών στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Με τη μειωμένη επιτοκιακή πολιτική της ΕΚΤ έχασαν αυτήν την πηγή εύκολων εσόδων αλλά η αύξηση του δανεισμού προσέφερε ένα σημαντικό αντιστάθμισμα.
Aξιοσημείωτο είναι ότι μεγάλο μέρος των χρημάτων αυτών συνδέεται άμεσα με τον μηχανισμό του Ταμείου Ανάκαμψης που παρέχει επιδοτήσεις και εγγυήσεις στα εντασσόμενα επενδυτικά προγράμματα.
Tο πρόβλημα όμως είναι ότι ο χρόνος ζωής αυτού του Ταμείου πλησιάζει στο τέλος του κι έτσι τελειώνει επίσης η παροχή εύκολων πιστώσεων που στηρίζουν την τραπεζική κερδοφορία.
Pέραν αυτών των επιχειρηματικών πιστώσεων όμως οι υπόλοιπες χορηγήσεις προς επιχειρήσεις ή νοικοκυριά δίνονται περιορισμένα λόγω αυστηρών κριτηρίων χορήγησης – ουσιαστικά μόνο όσοι δεν χρειάζονται πραγματικά μπορούν να αποκτήσουν κάποιο ποσό.
Το Ταμείο Ανάκαμψης ολοκληρώνεται τον επόμενο Αύγουστο ενώ αν κι υπάρχουν εκκρεμότητες που θα συνεχίσουν δύο χρόνια ακόμα είναι σαφές πως δε μπορεί ξανά ν’ υπάρξει ανάλογη αύξηση χορηγήσεων ώστε ν’ υποστηρίξει νέα άνοδο στα κέρδη.
Η αναζήτηση νέων πηγών εσόδων αποτελεί ζήτημα επιβίωσης για τις διοικήσεις καθώς αυτό πλέον αποτελεί τον μοναδικό δρόμο διατήρησης της χρηματορροής τους ώστε ν’ ανταποκριθούν στις απαιτήσεις ξένων επενδυτών – κυρίως ωφελημένων από τη φούσκας αυτή στην οποία συμμετείχε ενεργά ο ελληνικός λαός.
Τα περισσότερα χρήματα επιστρέφουν στο εξωτερικό καθώς οι θέσεις ξένων funds στις τραπεζικές αξίες διευρύνονται συνεχώς ενώ θετικές εκθέσεις παρουσιάζουν μια ιδεαλιστική εικόνα ανάπτυξης.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο παρατηρείται σχεδόν τετραπλασιασμός τιμών στις τραπεζικές αξίες (360% αύξηση δείκτη) ενώ πολλοί ξένοι αναλυτές συνεχίζουν ν’ ανακυκλώνουν θετικές συστάσεις.
Η πρόσφατη πτώση τιμών λόγω αποφάσεων δικαστηρίου ίσως αποδειχθεί ευκαιρία πριν τις επίσημες δημοσιεύσεις υψηλών αποτελεσμάτων.
Αλλά όλοι γνωρίζουν πως αυτή η ανοδική πορεία βασίζεται σε παθογένειες κι καταχρηστικές πρακτικές ισχυρών συμφερόντων εις βάρος πολιτών κατά τη διάρκεια κρίσιμων οικονομικών συγκυριών όπου ο πληθωρισμός πλήττει εισοδήματα ενώ παράλληλα δημιουργούνται υπερκερδή στον τραπεζικό χώρο.
Από τέλος ’22 έως μεγαλύτερο μέρος ’24 όταν εκτινάσσονταν επιτόκια ΕΚΤ οι ελληνικές τράπεζες κράτησαν χαμηλά επιτόκια καταθέσεων κοντά στο μηδέν αξιοποιώντας κεφάλαια πελατών σε υψηλότοκες καταθέσεις στην ΕΚΤ εισπράττοντας πολλούς περισσότερους τόκους απ’ όσα πλήρωναν στους πελάτες τους.
