Η ανεργία που άγγιξε το 27% κατά τη διάρκεια των μνημονίων, η σημαντική μείωση των μισθών στον ιδιωτικό τομέα που ξεπέρασε το 22% (ο βασικός μισθός μειώθηκε από 751 σε 586 ευρώ) και κυρίως οι επιπτώσεις του τρίτου μνημονίου καθώς και του Ασφαλιστικού Νόμου Κατρούγκαλου (2016) έχουν πλέον αντίκτυπο στις συντάξεις.
Όπως τα ψυχικά τραύματα που μας ακολουθούν στην τρίτη ηλικία, έτσι και οι εξαιρετικά δύσκολες εργασιακές συνθήκες από το 2020 μέχρι σήμερα, οι οποίες συνεχίζονται χωρίς να έχει αποκατασταθεί ο μέσος ονομαστικός μισθός (1.402 ευρώ) στα προ κρίσης επίπεδα (1.442 ευρώ), αντικατοπτρίζονται στις νέες συντάξεις. Αυτό συμβάλλει επίσης στην εξήγηση της διαφοράς μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.
Παρά την περικοπή δύο επιδομάτων στο δημόσιο (Δώρα ή 13ος και 14ος μισθός), οι συντάξεις στον δημόσιο τομέα παραμένουν κατά 37% υψηλότερες. Εάν ένας υπάλληλος του δημοσίου λαμβάνει μέση μεικτή κύρια σύνταξη ύψους 1.200 ευρώ, στον ιδιωτικό τομέα αυτή είναι κάτω από τα 850 ευρώ.
Αν συμπεριληφθούν και οι εργαζόμενοι στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (εκτός Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους), όπως αυτοί στη ΔΕΗ, τον πρώην ΟΤΕ ή τις τράπεζες κ.λπ., τότε η σύνταξη για τον ιδιωτικό τομέα δεν φτάνει ούτε στο ήμισυ της αντίστοιχης του δημοσίου. Η… ασφάλεια που προσφέρει ο δημόσιος φορέας αποτυπώνεται επίσης στις συντάξεις.
Υπάρχουν τέσσερις κύριοι λόγοι για τους οποίους οι συντάξεις είναι τόσο χαμηλές σύμφωνα με τον νόμο 4387/16 (Κατρούγκαλου), ενώ θα πρέπει να γίνουν αλλαγές στα ποσοστά αναπλήρωσης:
- Η δυνατότητα πρόωρης συνταξιοδότησης με μόλις 15 χρόνια ασφάλισης (4.500 ένσημα) στον ιδιωτικό τομέα λόγω ανεργίας,καθώς σπάνια οικοδόμος μπορεί να έχει περισσότερα από 5.000 ή ακόμα λιγότερα ένσημα.
- Η μερική απασχόληση και η υποασφάλιση μέσω «μαύρης» εργασίας στον ιδιωτικό sector.
- Οι απαράδεκτες παροχές προς τους αγρότες, στους οποίους δεν χορηγείται καν η πλήρης εθνική σύνταξη παρά την πολυάριθμη εργασία τους για πάνω από έξι δεκαετίες στη χώρα μας, ενώ μη γηγενείς κάτοικοι μπορούν να λάβουν πλήρη εθνική σύνταξη μετά από μόλις τριάντα χρόνια διαμονής εδώ.
- Οι χαμηλές πλέον συντάξεις των ελεύθερων επαγγελματιών που ασφαλίζονται στην κατώτερη ασφαλιστική κλάση του ΕΦΚΑ.
Ως εκτούτου, υπάρχουν τέσσερις βασικές προϋποθέσεις για τη βελτίωση των συντάξεων πέραν της αναγκαιότητας αλλαγής του νόμου Κατρούγκαλου με τα χαμηλά ποσοστά αναπλήρωσης:
1. «Έξοδος» με πλήρεις αποδοχές χωρίς ποινές πρόωρης εξόδου (μειωμένη).
2. Να υπάρχει ένας καλός μέσος όρος μισθού από το έτος 2002 έως την ημερομηνία υποβολής αίτησης για σύνταξη. Σε αυτή την περίπτωση η μερική απασχόληση μπορεί να προσφέρει ένσημα αλλά «ρίχνει» τον μέσο όρο αποδοχών που καθορίζει τη ανταποδοτική σύνταξη.
3. Να έχουν συμπληρωθεί συνολικά σαράντα χρόνια ασφάλισης είτε μέσω πραγματικής εργασίας είτε μέσω πλασματικών ετών ακόμη κι αν ο ασφαλισμένος πλησιάζει την ηλικία των67 ετών όπου μπορεί να βγει στη σύνταξη νωρίτερα με λιγότερα έτη ασφάλισης.
4. Να αποφεύγονται τα δωρεάν πλασματικά έτη ασφάλισης διότι αυτά μειώνουν τη βάση υπολογισμού της ανταποδοτικής σύντας.
