Η Στεγαστική Κρίση στην Ελλάδα: Προκλήσεις και Λύσεις
Μια πρόσφατη μελέτη του ΙΟΒΕ αναδεικνύει την επιτακτική ανάγκη για συγκράτηση των ενοικίων, σε συνδυασμό με μια σειρά παρεμβάσεων που θα ενισχύσουν την προσφορά κατοικιών και θα προστατεύσουν τα νοικοκυριά.
Η στεγαστική κρίση δεν είναι ένα φαινόμενο που εμφανίστηκε ξαφνικά ούτε προήλθε από έναν μόνο παράγοντα. Αντιθέτως, είναι το αποτέλεσμα διαρθρωτικών προβλημάτων που έχουν συσσωρευτεί με την πάροδο του χρόνου, επηρεάζοντας το κόστος της στέγασης και την ποιότητα των κατοικιών.
Σύμφωνα με μια πρόσφατη έρευνα της διαΝΕΟσις σε συνεργασία με το ΙΟΒΕ και υπό τη διεύθυνση του Νίκου Βέττα, καθηγητή στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, η τρέχουσα κατάσταση της ελληνικής αγοράς κατοικίας επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες. Η αυξημένη διεθνής ζήτηση για ακίνητα,η δραματική πτώση της στεγαστικής πίστης σε σύγκριση με τα επίπεδα πριν από την κρίση,ο μεγάλος αριθμός κενών ακινήτων καθώς και οι αλλαγές στη σύνθεση των νοικοκυριών συμβάλλουν στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος όπου η προσιτότητα είναι περιορισμένη—ιδιαίτερα για τους ενοικιαστές και τις νεότερες ηλικίες.
Τα ελληνικά νοικοκυριά πλέον δαπανούν ένα εξαιρετικά υψηλό ποσοστό του εισοδήματός τους για τη στέγαση.Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, το κόστος στέγασης—που περιλαμβάνει ενοίκια, δόσεις δανείων ακινήτων καθώς και φόρους—υπερβαίνει σταθερά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το 2024 οι Έλληνες πολίτες κατανάλωσαν το 35,5% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για τη στέγαση ενώ ο αντίστοιχος μέσος όρος στην ΕΕ ήταν μόλις 19,2%.
Ανησυχητικές είναι επίσης οι εξελίξεις γύρω από την προσιτότητα: μεταξύ 2019-2024 η Ελλάδα παρουσίασε επιδείνωση αντί να βελτιωθεί όπως συνέβη στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Ο δείκτης υπέρμετρης επιβάρυνσης δείχνει ότι σχεδόν τρία στα δέκα νοικοκυριά στις πόλεις ξοδεύουν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για στέγαση.
Το 2024 σχεδόν το 43% των πολιτών ζούσε σε νοικοκυριά που είχαν χρέη—ποσοστό πολύ μεγαλύτερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Περίπου ένα στα δέκα νοικοκυριά καθυστέρησε να πληρώσει ενοίκια ή δάνεια ακινήτων ενώ πολλοί άνθρωποι ζουν σε υπερπλήρεις συνθήκες.
Ποιες ομάδες πλήττονται περισσότερο;
Η στεγαστική κρίση δεν έχει ομοιόμορφη επίδραση σε όλες τις κοινωνικές ομάδες. Οι ενοικιαστές υποφέρουν περισσότερο καθώς έξι στους δέκα καταναλώνουν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους στη στέγη. Παρόμοιο πρόβλημα παρατηρείται και στα νοικοκυριά που έχουν στεγαστικά δάνεια όπου περίπου τα μισά ξεπερνούν αυτό το ποσοστό.
I νέοι ηλικίας κάτω των τριάντα πλήττονται ιδιαίτερα λόγω χαμηλών μισθών αλλά και περιορισμένων περιουσιακών στοιχείων ενώ οι μονογονεϊκές οικογένειες αντιμετωπίζουν επίσης σοβαρές δυσκολίες: σχεδόν δύο τρίτα αυτών ξοδεύουν πάνω από το 40% του εισοδήματος τους στη στέγη.
Δραστηριότητες χρηματοδότησης
The ανισορροπίες στον χρηματοπιστωτικό κλάδο παίζουν κομβικό ρόλο στο πρόβλημα αυτό. Οι εκδόσεις στεγαστικών δανείων παραμένουν πολύ χαμηλές συγκριτικά με πριν την κρίση περιορίζοντας έτσι τις δυνατότητες αγοράς κατοικίας: μόλις περίπου 1,4 δις ευρώ εκταμιεύθηκαν φέτος όταν πριν δεκαετίες ξεπερνούσαν τα15 δις ευρώ!
Aξιολογώντας τη δομή των οικογενειών βλέπουμε ότι υπάρχει μετατόπιση προς μικρότερες κατοικίες χωρίς όμως να υπάρχει ανάλογη προσφορά στην αγορά αυτή τη στιγμή.
Οι δημόσιες επενδύσεις υποδομών ενδέχεται να ενισχύσουν αξίες ακινήτων αλλά χρειάζονται στοχευμένες πολιτικές ώστε να υπάρξει πραγματική λύσει στο θέμα αυτό!
Sτρατηγικές παρέμβασης
“Για την Ελλάδα,”
“η μελέτη προτείνει τη δημιουργία ενός κεντρικού κρατικού φορέα για την εφαρμογή Εθνικής Στρατηγικής Στέγασης.”
Πρέπει επίσης να βελτιωθούν τα μέτρα υποστήριξης προς τους ενοικιαστές καθώς κι άλλες παρεμβάσεις ώστε να συγκρατούνται οι αυξήσεις στα ενοίκια.
Απαραίτητο είναι τέλος η αναβάθμιση προγραμμάτων αξιοποίησης κενών κατοικιών μαζί φυσικά με μειώσεις γραφειοκρατίας ώστε όλοι αυτοί οι στόχοι να γίνουν πραγματικότητα!
