«Η επόμενη φάση είναι καθοριστική για τη χώρα μας και την Ευρώπη. Η πολιτική, όπως την γνωρίζαμε, έχει αλλάξει ριζικά. Η κατανόηση του νέου παγκόσμιου πλαισίου, η συζήτηση γύρω από αυτό και η συνεργασία πάνω σε αυτό είναι επιτακτική ανάγκη για το έθνος μας. Ο προϋπολογισμός του 2027 προσφέρει τη βάση για να ξεκινήσουμε αυτή τη διαδικασία. Δημόσια οικονομικά σε σωστή κατεύθυνση, μειούμενο χρέος και αξιοπιστία που αποκτήθηκε με κόπο. Με αυτή την προοπτική, σας καλώ να υποστηρίξουμε το προσχέδιο Προϋπολογισμού του 2027», δήλωσε ο γενικός εισηγητής της Νέας Δημοκρατίας, Θεόδωρος Σκυλακάκης.
Ένα σημαντικό κομμάτι της ομιλίας του εισηγητή επικεντρώθηκε στους κινδύνους και τις προκλήσεις που θα αντιμετωπίσουμε το 2027. Όπως ανέφερε, η μεγαλύτερη πρόκληση αφορά τις επενδύσεις μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ). Ωστόσο, η εμπειρία από το προηγούμενο πρόγραμμα ΤΑΑ απέδειξε ότι μπορούμε να κινητοποιήσουμε ιδιωτικά κεφάλαια με συμμετοχή κρατικών πόρων όχι μόνο σε ποσοστά όπως 40%, 50% ή 60%, αλλά ακόμη και πολύ χαμηλότερα ποσοστά της τάξης του 4%.
Είναι επίσης κρίσιμο να εξετάσουμε πώς μπορεί η ελληνική οικονομία να δημιουργήσει «νέα χρήματα» μέσω μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν την παραγωγικότητα. Σε αυτό το σημείο, ο γενικός εισηγητής τόνισε ότι σύμφωνα με τη γνώμη του Δημοσιονομικού Συμβουλίου, κάθε καθυστέρηση στις μεταρρυθμίσεις—ιδίως εν όψει εκλογών—θα περιορίσει την παραγωγικότητα και θα πλήξει την αξιοπιστία της οικονομίας.
«Ωστόσο», πρόσθεσε ο κ. Σκυλακάκης, «ο μεγαλύτερος κίνδυνος για το 2027 είναι ο πολιτικός κίνδυνος. Αυτό δεν αφορά μόνο εμάς στην Ελλάδα. Φανταστείτε μια τέλεια καταιγίδα: διαδοχικές εκλογές στη χώρα μας,πολιτικές κρίσεις στην Ευρώπη καθώς επίσης δημοσιονομικές αναταραχές στη Γαλλία—μια κατάσταση όπου οι κίνδυνοι έχουν μεταφερθεί από τις περιφέρειες στο επίκεντρο των γεγονότων.»
«Η σύγκρουση μεταξύ Κογκρέσου και εκτελεστικής εξουσίας στις ΗΠΑ καθώς επίσης οι αναταράξεις στις αγορές λόγω των υπερβολικών προσδοκιών γύρω από τις δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης συνθέτουν ένα σκηνικό υψηλού κινδύνου», συνέχισε τονίζοντας πως όλα αυτά μαζί δημιουργούν μια τέλεια καταιγίδα όπου η πολιτική σταθερότητα κι η δημοσιονομική αξιοπιστία δεν αποτελούν πολυτέλειες αλλά ζωτικής σημασίας στοιχεία επιβίωσης μιας χώρας όπως η Ελλάδα.
Aναφερόμενος στη στρατηγική μείωσης χρέους, υπογράμμισε ότι κατά τη διάρκεια μιας σειράς διεθνών κρίσεων (πανδημία COVID-19, ενεργειακή κρίση λόγω γεωπολιτικών συγκρούσεων), δεν υπήρξε έκτακτη δημοσιονομική παρέμβαση στην Ελλάδα—aυτό αποτελεί μεγάλο επίτευγμα της κυβέρνησης—και ως αποτέλεσμα σήμερα δανειζόμαστε πιο φθηνά ακόμα κι από χώρες όπως η Αγγλία.
Ο χώρος βρήκε ευκαιρίες μέσα στον αγώνα κατά της φοροδιαφυγής που διεξάγεται συστηματικά μετά το 2019. «Πρέπει όμως να είμαστε ειλικρινείς: φέτος κι αύριο όλοι οι διαθέσιμοι πόροι χρησιμοποιούνται πλήρως», σημείωσε τονίζοντας πως μέχρι το τέλος αυτού του έτους τα ευρωπαϊκά όρια δαπανών θα έχουν εξαντληθεί στο μηδέν.
Nωρίτερα ανέφερε σχετικά με τον προϋπολογισμό του 2026 ότι οι καθαρές πρωτογενείς δαπάνες αυξήθηκαν επειδή τα προηγούμενα χρόνια (2024-2025) είχαν παραμείνει κάτω από τα όρια που θέτει η ΕΕ κατά περίπου τέσσερα δισεκατομμύρια ευρώ.
“Η αντιπολίτευση τότε μιλούσε για υπερπλεονάσματα”, είπε χαρακτηριστικά “Όμως αν είχαμε ξοδέψει αυτά τα ποσά νωρίτερα δε θα είχαμε τους πόρους τώρα όταν τους χρειαστήκαμε περισσότερο.” Ο πληθωρισμός αυξάνεται κυρίως λόγω εισαγόμενων παραμέτρων — ανέβηκε από το 2,7% τον Φεβρουάριο στο 5,4% τον Απρίλιο μετά την έναρξη των συγκρούσεων στην Ουκρανία.»
“Ο γενικός εισηγητής επισήμανε επίσης πως μέσω των χρηματοδοτικών εργαλείων ΤΑΑ κινητοποιήθηκαν ιδιωτικές επενδύσεις ύψους €29 δις.” Αυτές οι επενδύσεις αποτελούν ιστορικό πρόγραμμα ιδιωτικών κεφαλαίων στην Ελλάδα,” είπε προσθέτοντας ότι αυτά τα κεφάλαια δεν θα εξαντληθούν στο τέλος αυτού του χρόνου αλλά θα συνεχίσουμε να βλέπουμε θετικά αποτελέσματα μέχρι το 2029.”
“Τα συγκεκριμένα κεφάλαια κινητοποιούνται με ελάχιστη κρατική στήριξη ποτέ πριν σε πρόγραμμα τέτοιων διαστάσεων,” τόνισε καταλήγοντας πως “οι επιστροφές αυτών των δανείων θα ενισχύσουν περαιτέρω τους δημόσιους πόρους χωρίς ανάγκη νέας χρηματοδότησης.”
