Αλλαγές στη Συνταξιοδότηση και τις Αδικίες για τους Ανάπηρους
Η κυβέρνηση μπορεί να προβάλλει την προεκλογική της ευαισθησία προς τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες,ωστόσο οι λεπτομέρειες αποκαλύπτουν μια διαφορετική πραγματικότητα. Πριν από τρία χρόνια καταργήθηκε το πέναλτι που αφορούσε την απασχόληση των συνταξιούχων, με σκοπό να ασκηθεί πίεση στις αμοιβές των εν ενεργεία εργαζομένων. Ωστόσο, το υπουργείο Εργασίας παρέλειψε να συμπεριλάβει στις ρυθμίσεις του και τις χήρες και τους χήρους.
Έτσι, αυτοί οι άνθρωποι συνέχιζαν να χάνουν το 50% της σύνταξης αν αποφάσιζαν να εργαστούν για να υποστηρίξουν τα ανήλικα παιδιά τους. Αυτή η αδικία διορθώθηκε έπειτα από πιέσεις της αντιπολίτευσης αλλά και λόγω των προεκλογικών υποσχέσεων της Νέας Δημοκρατίας. Παρ’ όλα αυτά,παραμένουν πολλές άλλες αδικίες που πλήττουν αρκετούς ασφαλισμένους.
Συντάξεις Αναπήρων: Η Κατάσταση στα 67
Ένας εργαζόμενος που λαμβάνει αναπηρική σύνταξη δεν έχει τη δυνατότητα να συνταξιοδοτηθεί λόγω γήρατος πριν φτάσει τα 67 του χρόνια. Αυτό συμβαίνει διότι:
- a) Ο χρόνος ασφάλισης δεν προσμετράται για τη συμπλήρωση της 40ετίας ακόμα κι αν ο συνταξιούχος αναπηρίας συνεχίζει την εργασία του.
- b) Οι ημέρες ασφάλισης (ένσημα) δεν υπολογίζονται ούτε για τη συμπλήρωση των απαιτούμενων 500 ενσήμων κατά την τελευταία πενταετία ή συνολικά 750 ενσήμων για όσους ασφαλίστηκαν μετά την 1η Ιανουαρίου 1993.
Ως αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης, ένα άτομο με αναπηρία πρέπει συχνά να παραιτηθεί από τη σύνταξη αναπηρίας που λαμβάνει από τον ΕΦΚΑ ώστε να μπορέσει τελικά να πληροί τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης λόγω γήρατος (40 έτη ασφάλισης πριν τα 67 ή άλλες απαιτήσεις όπως ένσημα μεταξύ του 62ου και του 67ου έτους). Με άλλα λόγια, ο ασφαλισμένος είναι υποχρεωμένος είτε να συνεχίσει την εργασία παρά τα σοβαρά προβλήματα υγείας είτε αλλιώς θα χάσει το δικαίωμα σε κανονική σύνταξη γήρατος από τον ΕΦΚΑ.
Εάν επιλέξει τη σύνταξη αναπηρίας ενώ εργάζεται, οι ημέρες αυτές δεν προσμετρώνται στην θεμελίωση δικαιώματος συντάξεως αλλά μόνο στην αύξηση αυτής. Έτσι λοιπόν κάποιος που αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας εξαιτίας μιας νόσου ή ενός ατυχήματος δυσκολεύεται πολύ στο δρόμο προς τη συντάξεις πριν κλείσει τα 67 χρόνια του.
Aν αποφασίσει αντίθετως ν’ αποδεχτεί μια αναπηρική σύνταση νωρίς (π.χ., στα60 ή61), κανείς δεν μπορεί ν’ εγγυηθεί ότι η επιτροπή ΚΕΠΑ θα συνεχίσει ν’αναγνωρίζει το ποσοστό αναπηρίας ώστε αυτός/η ν’ εξακολουθήσουν ν’λαμβάνουν αυτήν μέχρι ότου αποκτήσουν δικαίωμα σε γηριατρική σύνταση στα67 χρόνια τους. Ακόμη κι έτσι όμως οι περίοδοι εργασίας κατά τη διάρκεια λήψης αυτής δε θα προσμετρούνται στην θεμελίωση δικαιώματος αλλά μόνο στην αύξηση της ήδη υπάρχουσας σύντας κατά0,075% ανά ποσοστιαία μονάδα επαναφοράς ανά έτος ασφάλισης.
Καθώς φαίνεται λοιπόν κάποιος που υπέστη κάποιο εργατικό ατύχημα ή άλλη αιτία λογισμού μιας τέτοιας στήριξης ουσιαστικά μένει στάσιμος στον ασφαλιστικό τομέα χωρίς δυνατότητα εξέλιξης έως ότου φθάσουν στο ηλικιακό όριο των67 ετών με ελάχιστες ημέρες ασφάλισης γεγονός που σημαίνει μικρότερη ανταποδοτική αξία καθώς επίσης μειωμένη εθνική στήριξη (σε περίπτωση μη συμπλήρωσης20 χρόνων).
