Για πολλούς ταξιδιώτες, η εμφάνιση του τουριστικού φόρου στο τέλος της διαμονής τους μπορεί να είναι μια δυσάρεστη έκπληξη. Ωστόσο, αυτός ο φόρος έχει μακρά παράδοση στην Ευρώπη.Οι επισκέπτες καλούνται να πληρώσουν ποσά που κυμαίνονται από μερικά ευρώ έως και διψήφια νούμερα ανά διανυκτέρευση,προσφέροντας σημαντικά έσοδα στις πόλεις που υποδέχονται εκατομμύρια τουρίστες κάθε χρόνο.
Συνήθως, οι τουρίστες καλούνται να καταβάλουν τον φόρο την ημέρα της αναχώρησής τους από ένα ξενοδοχείο ή μια εξοχική κατοικία και συχνά εκπλήσσονται όταν βλέπουν ένα επιπλέον ποσό στον λογαριασμό τους.
Μία από τις πρώτες χώρες που εισήγαγαν τον τουριστικό φόρο ήταν η Αυστρία το 1842, εστιάζοντας κυρίως στους επισκέπτες των ιαματικών λουτρών και κέντρων ευεξίας.
Αργότερα, παρόμοιες πολιτικές εφαρμόστηκαν στη Γαλλία, την Ιταλία, τη Γερμανία και την Ελβετία για να μειωθεί η οικονομική επιβάρυνση στους κατοίκους των πόλεων που φιλοξενούν πλούσιους επισκέπτες σε πολυτελή θέρετρα.
Η δομή του τουριστικού φόρου στην Ιταλία έχει υποστεί πολλές αλλαγές. Κατά τη διάρκεια της φασιστικής περιόδου υπό τον Μπενίτο Μουσολίνι, ο φόρος επεκτάθηκε ώστε να περιλαμβάνει όλες τις πόλεις ή κωμοπόλεις που θεωρούνταν τουριστικοί προορισμοί.
Ο συγκεκριμένος φόρος καταργήθηκε εντελώς κατά τη διάρκεια του Παγκοσμίου Κυπέλλου το 1990 για να επανέλθει σε εθνικό επίπεδο το 2011 με τη Ρώμη ως την πρώτη πόλη που τον επανέφερε.
Aνάλογα με τον προορισμό αλλά και τύπο καταλύματος, το νυχτερινό τέλος κυμαίνεται συνήθως μεταξύ 1 ευρώ (0.86 λίρες) έως 10 ευρώ ανά άτομο.Σημειώνεται ότι οι επισκέπτες στα πέντε αστέρων ξενοδοχεία στο Μιλάνο πληρώνουν μέχρι και 12 ευρώ ανά διανυκτέρευση.
Επιπλέον, η Βενετία σχεδιάζει την εφαρμογή τέλους εισόδου από το 2024 αποκλειστικά για ημερήσιους επισκέπτες.
Ο συγκεκριμένος φορολογικός μηχανισμός αποτελεί σημαντική πηγή εσόδων για δημοφιλείς προορισμούς στην Ιταλία. Το έτος 2024 η Ρώμη συγκέντρωσε περίπου 222.4 εκατ. ευρώ ενώ ακολούθησαν το Μιλάνο (109.3 εκατ.), η Φλωρεντία (82.9 εκατ.) και η Βενετία (38.9 εκατ.), σύμφωνα με στοιχεία της Siope σχετικά με τις δημόσιες δαπάνες.
Aυτά τα έσοδα θα πρέπει κανονικά να χρησιμοποιούνται για υπηρεσίες προς όφελος των πολιτών ειδικά σε περιοχές όπου παρατηρείται υπερτουρισμός ή για τη συντήρηση ιστορικών μνημείων. Ωστόσο, πολλές φορές οι δήμοι τα αξιοποιούν διαφορετικά λόγω οικονομικών πιέσεων.
“Όλοι οι δήμοι επιθυμούν αυτόν τον φόρο καθώς έχουν ανάγκη τα χρήματα”, ανέφερε ο Τζιανλούκα Ντε Γκαετάνο διευθυντής της Ρώμης στην ένωση ξενοδοχείων Federalberghi.
Pοιός είναι ο αντίκτυπος στους ταξιδιώτες; Συνήθως αποδέχονται αυτή την πρόσθετη χρέωση αν κι όχι χωρίς κάποια δυσαρέσκεια: “Τείνουν να εκφράζουν παράπονα όταν αντιλαμβάνονται ότι οι παρεχόμενες υπηρεσίες δεν ανταγωνίζονται τις προσδοκίες τους ειδικά αν έχουν ήδη ξοδέψει αρκετά χρήματα στη διαμονή τους”, σημείωσε ο Ντε Γκαετάνο.
