Wolfram: Μια Σημαντική Επιστροφή του Warwick Thornton
Με το Wolfram, ο Warwick Thornton επιστρέφει στο σκληρό και ηλιοκαμένο τοπίο της Κεντρικής Αυστραλίας. Ως σύγχρονος αφηγητής μύθων της Άγριας Δύσης, επαναδιατυπώνει την επώδυνη ιστορία των Πρώτων Εθνών μέσω των κλασικών στοιχείων του γουέστερν. Αυτή η ταινία αποτελεί συνέχεια του sweet Country και διαδραματίζεται λίγα χρόνια μετά τα γεγονότα της προηγούμενης ταινίας, στον ίδιο φανταστικό οικισμό στη Βόρεια Επικράτεια.
Δομημένο σε τέσσερα κεφάλαια -απόδραση,καταδίωξη,επιβίωση και λύτρωση- το φιλμ ισορροπεί ανάμεσα στη βαρβαρότητα και τη βαθιά συγκίνηση. Παρά την ωμή πραγματικότητα της αποικιοκρατίας που επικρατούσε τη δεκαετία του 1930, δεν περιορίζεται μόνο σε έναν θρήνο για τις χαμένες πατρίδες και τα κλεμμένα παιδιά αλλά λειτουργεί ως ύμνος στην αντοχή.
Η Σιωπηλή Δύναμη της deborah Mailman
Στο επίκεντρο της ταινίας βρίσκεται η Πάνσι, ερμηνευμένη με μοναδική εσωτερικότητα από την Deborah Mailman. Η πρώτη σκηνή όπου κρατά το νεογέννητό της ενώ κόβει τις πλεξούδες της με ένα σκουριασμένο μαχαίρι είναι μια εικόνα που συμπυκνώνει τη συλλογική μνήμη των «Κλεμμένων Γενεών».Με ελάχιστους διαλόγους αλλά γεμάτη αποφασιστικότητα στο βλέμμα της, η Mailman ενσαρκώνει μια μητέρα-σύμβολο που αρνείται να εγκαταλείψει την αναζήτηση των χαμένων παιδιών.
Η αφήγηση ανοίγει επίσης σε πολλές κατευθύνσεις: δύο ανήλικοι αυτόχθονες εργάτες σε ένα ορυχείο βολφραμίου, δύο αδίστακτοι λευκοί κυνηγοί που επιβάλλουν τον νόμο τους μέσω βίας, ένας μεθυσμένος κτηνοτρόφος καθώς και ο μιγάς γιος Φιλομάκ από το Sweet Country.
Γουέστερν Αρχέτυπα & Αποικιακή Ιστορία
Ο Thornton αντλεί συνειδητά από τη μυθολογία του αμερικανικού γουέστερν: τον άνομο τόπο γεμάτο βία και τους καταδιωκόμενους ήρωες. Ωστόσο εδώ οι ρόλοι αντιστρέφονται. Οι Αβορίγινες δεν είναι οι «άγριοι» αλλά αποτελούν τον ηθικό πυρήνα αυτής της ιστορίας. Η βία των αποίκων δεν παρουσιάζεται ως περιπέτεια αλλά ως σκληρή πραγματικότητα.
Κατά τη διάρκεια μιας έντονης καταδίωξης στην πλοκή, ο σκηνοθέτης δεν διστάζει να απεικονίσει αίμα – άλλοτε φρικαλέο κι άλλοτε λυτρωτικό. Σε μία από τις πιο δυνατές στιγμές του έργου αναδεικνύεται η αξιοπρέπεια των Πρώτων Εθνών μέσα από μια σχεδόν μυθική εικόνα δύναμης.
Το Τοπίο ως Μνήμη
Kai στις προηγούμενες δουλειές του -από το ποιητικό “Σαμσών και Δαλιδά” έως το πρόσφατο The New Boy- ο Thornton υπογράφει επίσης τη φωτογραφία αυτού του έργου. Η παλέτα χρωμάτων με κόκκινες αποχρώσεις καθώς και ώχρες δημιουργεί μια εμπειρία θεαματική αλλά ταυτόχρονα προσωπική. Το φυσικό περιβάλλον δεν είναι απλά φόντο· είναι μνήμη κι ταυτότητα.
Η έλλειψη παραδοσιακής μουσικής επένδυσης ενισχύει την αίσθηση αυθεντικότητας στην αφήγηση εκτός από τον ιδιαίτερο ήχο ενός πριονιού που χρησιμοποιεί ο Charlie Barker.
Aφηρημένη Πολυφωνία & Συγκίνηση
The πληθώρα χαρακτήρων καθιστά κάποιες στιγμές λιγότερο συνεπή την ταινία όμως οι ερμηνείες προσφέρουν δραματική ένταση – ειδικά αυτή του Pedrea Jackson στον ρόλο Φιλομάκ καθώς εκφράζει σιωπηλή αγανάκτηση ανάμεσα σε δύο κόσμους ενώ παράλληλα ξεχωρίζει η ψυχρή κακια ενός άλλου χαρακτήρα όπως αυτός του Erroll Shand ως Κέισι.
Aκόμα περισσότερο:“Ανάμεσα στους πολλούς χαρακτήρες εμφανίζονται δύο Κινέζοι χρυσοθήρες προς το τέλος προσφέροντας μία διάσταση διαπολιτισμικής αλληλεγγύης.”“Υπογραμμίζεται ότι οι συνέπειες αυτής της αποικιακής βίας πλήγωσαν πολλές κοινότητες.”“Το φινάλε μπορεί να δένει πιο καθαρά απ’ όσο απαιτεί αυτή η τραχύτητα.” Aλλά δύσκολα μένει κανείς ασυγκίνητος βλέποντας ανθρώπους που έχουν “απανθρωποιηθεί” να στέκονται όρθιοι.”......
