Η παγκόσμια πτώση των ομολόγων προκαλεί ανησυχίες για την πιθανότητα μιας νέας κρίσης χρέους,καθώς το κόστος δανεισμού για πολλές χώρες φτάνει σε επίπεδα που δεν έχουν παρατηρηθεί εδώ και δεκαετίες. Ο συνεχιζόμενος πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ κατά του Ιράν δεν δείχνει σημάδια αποκλιμάκωσης, ενώ το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ έχει οδηγήσει σε μια πρωτοφανή ενεργειακή κρίση, ενισχύοντας τις ανησυχίες σχετικά με τον πληθωρισμό και την αύξηση του δημόσιου χρέους.
Η απόδοση των 10ετών αμερικανικών κρατικών ομολόγων – η οποία καθορίζει το κόστος δανεισμού σε παγκόσμιο επίπεδο – έχει φτάσει στο υψηλότερο σημείο της τελευταίας τριετίας, πλησιάζοντας το 5%. Αυτό το όριο μπορεί να προκαλέσει αναταραχές στις ήδη ευαίσθητες διεθνείς αγορές.
Στην Ιαπωνία, η απόδοση των 10ετών ομολόγων ξεπέρασε το 3% για πρώτη φορά μετά από τρεις δεκαετίες. Παράλληλα, η γερμανική απόδοση στα 10 χρόνια εκτοξεύθηκε στα υψηλότερα επίπεδα από το 2011, ενώ στη Βρετανία οι αποδόσεις έφτασαν στο πιο ψηλό σημείο τους από το 2008.
Η αύξηση της αποδοτικότητας των ομολόγων σημαίνει ότι αυξάνεται και το κόστος δανεισμού, γεγονός που οδηγεί στην επιδείνωση του δημόσιου χρέους. Σύμφωνα με αναλυτές που μίλησαν στο Reuters, πίσω από αυτές τις εξελίξεις βρίσκεται ένας συνδυασμός παραγόντων.
Οι αυξανόμενες τιμές ενέργειας ωθούν τους επενδυτές να προβλέπουν αυξήσεις επιτοκίων, κάτι που πιέζει κυρίως τις βραχυπρόθεσμες αποδόσεις προς τα πάνω. Επιπλέον, οι ανησυχίες σχετικά με τη δημοσιονομική κατάσταση ισχυρών χωρών όπως η Γαλλία και η Βρετανία προσθέτουν ακόμα περισσότερη πίεση στην αγορά. «Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν πολλά θετικά στοιχεία», υπογραμμίζουν οι ειδικοί.
Επιπλέον πίεση ασκούν στην αγορά κρατικών ομολόγων οι εκδόσεις χρέους μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών που προσπαθούν να συγκεντρώσουν κεφάλαια για την χρηματοδότηση της ανάπτυξης στον χώρο της Τεχνητής Νοημοσύνης. Οι αμερικανικές τεχνολογικές επιχειρήσεις με τα μεγάλα οικονομικά αποθέματα ανταγωνίζονται έτσι τις κυβερνήσεις για τα κεφάλαια των επενδυτών.
Eπιστρέφουν οι «τιμωροί»;
Τα ομόλογα βρίσκονται υπό πίεση λόγω της έναρξης του πολέμου ΗΠΑ-Ισραήλ κατά του Ιράν και πρόσφατα έχουν καταγράψει ιστορικά υψηλά καθώς οι ανησυχίες γύρω από τα αυξανόμενα επίπεδα χρέους στις μεγαλύτερες οικονομίες είναι έντονες.
Μετά την εκτόξευση των δαπανών κατά τη διάρκεια της πανδημίας αλλά και λόγω της ενεργειακής κρίσης μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, πολλές κυβερνήσεις έχουν προχωρήσει σε σημαντική αύξηση του δανεισμού τους. Ταυτόχρονα όμως η γήρανση του πληθυσμού μαζί με άλλες οικονομικές πιέσεις απαιτούν περισσότερους πόρους για κοινωνικές υπηρεσίες ενώ παράλληλα βρίσκονται εγκλωβισμένες σε μια κούρσα εξοπλισμών προκειμένου να καλύψουν ανάγκες όπως είναι αυτές για αγορές όπλων ή υποστήριξη προς την Ουκρανία.
Aυτές οι εξελίξεις επαναφέρουν στο προσκήνιο τον φόβο γύρω από τους λεγόμενους «bond vigilantes», δηλαδή εκείνοι τους επενδυτές που επιδιώκουν να επιβάλουν δημοσιονομική πειθαρχία στις κυβερνήσεις ζητώντας περιορισμούς στα ελλείμματα και πολύ υψηλότερες αποδόσεις ώστε να διατηρήσουν τα ομόλογά τους.
Tο υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ προσπάθησε τον περασμένο μήνα να παρέμβει στις αγορές προκειμένου να περιορίσει τις μακροχρόνιες αποδόσεις αλλά αυτή η παρέμβαση είχε βραχύχρονη επίδραση καθώς οι αποδόσεις στα 30χρονα αμερικανικά ομόλογα επιστρέφουν κοντά στα υψηλά επίπεδα που είχαν πριν σχεδόν δύο δεκαετίες.
Tέλεια καταιγίδα στις αγορές
Tώρα τίθεται ένα σημαντικό ερώτημα: θα είναι προσωρινή αυτή η αναστάτωση στην αγορά ομολόγων ή θα σηματοδοτήσει την αρχή μιας σοβαρότερης κρίσης χρέους; Με τις τιμές ενέργειας ψηλά κι έναν πληθωρισμό έτοιμο να επιστρέψει δυναμικά ενώ παράλληλα χρειάζονται ολοένα περισσότερα κεφάλαια για κοινωνικές υπηρεσίες αλλά και στρατιωτικές ανάγκες τα περιθώρια ελιγμών στενεύουν δραματικά.
K όσο περισσότεροι επενδυτές απαιτούν μεγαλύτερες αποδόσεις ώστε να χρηματοδοτήσουν κράτη τόσο περισσότερο θα ανεβαίνει το κόστος εξυπηρέτησης αυτού του χρέους συμπιέζοντας έτσι τους προϋπολογισμούς κι αναγκάζοντας τις κυβερνήσεις είτε σε αύξησή φόρων είτε σε περικοπή δαπανών ή ακόμα μεγαλύτερο δανεισμό.
Σε αυτό λοιπόν το πλαίσιο επιστροφή στους «τιμωρούς» δεν αποτελεί απλά έναν χρηματοοικονομικό φόβο αλλά μπορεί δυνητικά ν’ αποτελέσει πρόδρομο μιας κρίσης χρέους που υπό αυτές τις συνθήκες μπορεί ν’ αποκτήσει ανεξέλεγκτες διαστάσεις με σοβαρές συνέπειες στην πραγματική οικονομία.
