Ο Νικολάς Μαδούρο και η σύζυγός του συνελήφθησαν τον Ιανουάριο, κατά τη διάρκεια στρατιωτικής επιχείρησης των Ηνωμένων Πολιτειών στο προεδρικό μέγαρο στην Καράκας. Και οι δύο δήλωσαν αθώοι για τις κατηγορίες που τους απαγγέλθηκαν, οι οποίες περιλαμβάνουν τη συνωμοσία για ναρκοτρομοκρατία. Αυτή τη στιγμή κρατούνται στη Νέα Υόρκη χωρίς δυνατότητα αποφυλάκισης με εγγύηση. Η Φλόρες αναμένεται να παραστεί σε ακροαματική διαδικασία την Πέμπτη, όπου ο δικηγόρος της θα ζητήσει να της επιτραπεί η κατ’ οίκον περιορισμός λόγω προβλημάτων υγείας.
Από την πλευρά του, ο δικηγόρος του Μαδούρο αμφισβητεί τη νομιμότητα της σύλληψης και υποστηρίζει ότι ο πρώην πρόεδρος θα έπρεπε να έχει ασυλία, καθώς η φερόμενη πράξη διαπράχθηκε κατά τη διάρκεια της θητείας του.
Η κυβέρνηση της Βενεζουέλας δεν συμφωνεί με τον ισχυρισμό περί ασυλίας από την πλευρά του Μαδούρο, σύμφωνα με δηλώσεις από την εισαγγελία.
Mαδούρο: Κατηγορίες για βασανιστήρια
Περισσότερα από δώδεκα Αμερικανικά άτομα είχαν συλληφθεί από το καθεστώς Μαδούρο, το οποίο έχει κατηγορηθεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες και ανθρωπιστικές οργανώσεις ότι τους χρησιμοποιεί ως «πολιτικά πιόνια».
Πολλοί από αυτούς τους Αμερικανούς έχουν καταγγείλει δημόσια τα βασανιστήρια που φέρονται ότι υπήρξαν θύματα κατά τη διάρκεια της κράτησής τους. Ο Μάθιου Χιθ και ο Όσμαν Καν, οι οποίοι απελευθερώθηκαν μέσω ανταλλαγής κρατουμένων τον Οκτώβριο του 2022, ισχυρίστηκαν σε αγωγή ότι υπήρξαν θύματα «waterboarding» (εικονικού πνιγμού), ηλεκτροσόκ, απειλών σεξουαλικής βίας καθώς και χρήσης ψυχοτρόπων ουσιών και απομόνωσης.Ο Χιθ είναι βετεράνος των Αμερικανών Πεζοναυτών και προσπάθησε να αυτοκτονήσει ενώ ήταν υπό κράτηση.
Οι «CITGO 6», μια ομάδα έξι Αμερικανών στελεχών πετρελαϊκών εταιρειών που παγιδεύθηκαν στη Βενεζουέλα το 2017 και παρέμειναν φυλακισμένοι σχεδόν πέντε χρόνια, αναφέρουν επίσης βάναυσες συνθήκες κράτησης στη χώρα αυτή. Σε αγωγές εναντίον του εργοδότη τους —της Citgo— οι Τόμεου Βαντέλ, Αλιρίο Χοσέ Ζαμπράνο και Χοσέ Λουίς Ζαμπράνο δήλωσαν ότι υπήρξαν θύματα βασανιστηρίων κατά την κράτησή τους.
Όλοι αυτοί είχαν κρατηθεί στην γνωστή Γενική Διεύθυνση Στρατιωτικής Αντικατασκοπείας (DGCIM) — η οποία είχε χαρακτηριστεί ως «υπεύθυνη για αυθαίρετες συλλήψεις, κακομεταχείριση και βασανιστήρια πολιτικών αντιπάλων καθώς και των οικογενειών τους», σύμφωνα με έκθεση των Ηνωμένων Εθνών.
Η εν λόγω έκθεση διαπίστωσε ότι η DGCIM «καταφεύγει συστηματικά» σε πρακτικές βασανισμού όπως ηλεκτροσόκ, ασφυξία με πλαστικές σακούλες ή προσομοίωση πνιγμού καθώς επίσης ξυλοδαρμούς ή στέρηση νερού κι τροφής. Οι πρακτικές αυτές χρησιμοποιούνται για την εξαγωγή πληροφοριών ή ομολογιών αλλά κι ως μέσο εκφοβισμού ή τιμωρίας των κρατουμένων.
