«Τσακλόγλου: Η Ελλάδα ανοίγει τον δρόμο για υψηλές αμυντικές δαπάνες»

Τσακλόγλου: Η Ελλάδα αποδεικνύει ότι υπάρχει χώρος για υψηλές αμυντικές δαπάνες

Η Ελλάδα ως Παράδειγμα Υψηλών Αμυντικών Δαπανών

Η περίπτωση της Ελλάδας αποδεικνύει ότι οι χώρες με υψηλό δημόσιο χρέος μπορούν να διατηρούν σημαντικές αμυντικές δαπάνες, ταυτόχρονα με την επίτευξη ενός ισχυρού πρωτογενούς πλεονάσματος. Αυτό το μήνυμα εξέφρασε ο πρώην Υφυπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Πάνος Τσακλόγλου, κατά τη διάρκεια του 11ου Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών που διεξήχθη από τις 22 έως τις 25 Απριλίου.

Ο Π. Τσακλόγλου υπογράμμισε ότι «οι αυξημένες αμυντικές δαπάνες είναι αναγκαίες», επισημαίνοντας πως «η εποχή της στήριξης από τις Ηνωμένες Πολιτείες έχει παρέλθει». Ανέφερε επίσης ότι «η Ευρώπη δεν είναι ενιαία» και χώρες όπως η Ελλάδα και η Πολωνία ήδη επενδύουν σημαντικά σε αυτόν τον τομέα, προσθέτοντας πως «δεν υπάρχει μία ενιαία λύση για όλες τις χώρες».

Σχετικά με τον δημοσιονομικό χώρο που απαιτείται για αυτές τις δαπάνες, ο Π. Τσακλόγλου τόνισε ότι «η ελληνική εμπειρία δείχνει ότι η προσαρμογή είναι εφικτή». Ανέφερε χαρακτηριστικά: «Στην Ελλάδα έχουμε υψηλές αμυντικές δαπάνες παρά το μεγάλο χρέος μας, αλλά ταυτόχρονα καταγράφουμε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα».

Επιπλέον σημείωσε πως «σε εθνικό επίπεδο μπορεί να είναι δύσκολο αλλά όχι αδύνατο να βρεθεί ο απαραίτητος δημοσιονομικός χώρος», προσθέτοντας ότι αυτή η διαδικασία πρέπει να γίνει «σταδιακά και κοινωνικά ισορροπημένα». Υπογράμμισε την ανάγκη ενημέρωσης των πολιτών σχετικά με τη σημασία αυτών των δαπανών καθώς και την υποχρέωση των πολιτικών να εξηγούν γιατί αυτές οι επενδύσεις ευθυγραμμίζονται με τους μακροπρόθεσμους στόχους ευημερίας.

Αναφερόμενος σε διεθνείς παραδείγματα, τόνισε πως στο παρελθόν χώρες όπως η Ιαπωνία και η Δυτική Γερμανία που επένδυσαν στην άμυνα παρουσίασαν μεγάλη ανάπτυξη. Επιπλέον επισήμανε την ανάγκη για δράσεις σε επίπεδο ΕΕ ακόμα κι αν αυτές έχουν συμβολικό χαρακτήρα, προτείνοντας ένα χρηματοδοτικό εργαλείο που θα ήταν ελκυστικό για τις αγορές.

Η Danuta Hübner, Ευρωβουλευτής, ανέφερε: «Χρειαζόμαστε μια στρατηγική προσέγγιση στις αμυντικές δαπάνες καθώς επίσης πολιτική πίεση τόσο εντός όσο κι εκτός ΕΕ». Σχολιάζοντας τη δυνατότητα χρηματοδότησης είπε: «Υπάρχει δημοσιονομικός χώρος σε πολλά κράτη μέλη της ΕΕ» ενώ τόνισε πως στην Ευρώπη παρατηρείται ένα μεγάλο κενό μεταξύ των δαπανών και της αποτελεσματικότητας.

Πρότεινε επίσης οι αμυντικές δ expenditures to be utilized for broader development goals ώστε να διασφαλιστεί το λεγόμενο “defense dividend”, επισημαίνοντας τη σημασία τους στη βελτίωση ζητημάτων όπως η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας.

Zsolt Darvas, Senior Fellow του Ινστιτούτου Bruegel ανέφερε ότι η ευρωπαϊκή αγορά άμυνας έχει έντονο εθνικό χαρακτήρα σημειώνοντας πως περίπου το 80% των προμηθειών στη Γερμανία προέρχεται από εγχώριες εταιρείες ή εταιρείες γερμανικών συμφερόντων. Αναφέρθηκε στον περιορισμένο ανταγωνισμό στον κλάδο αυτό καθώς οι παραγωγές γίνονται κυρίως στη Γερμανία και τη Γαλλία ενώ υπάρχουν διαφορετικά πρότυπα στην ΕΕ που δυσχεραίνουν τον ανταγωνισμό.

Aναφορικά με τα εργαλεία χρηματοδότησης υπενθύμιζε την πρόταση δημιουργίας ενός μηχανισμού κοινής αγοράς για τους αμυντικούς εξοπλισμούς όπου το χρέος δεν θα ήταν εθνικό αλλά θα μοιράζεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο όπως γίνεται σήμερα μέσω του ESM. Αυτή η πρόταση θα μπορούσε σύμφωνα με τον ίδιο να μειώσει κατά πολύ τα κόστη λόγω αγορών κλίμακος αν κι αναγνωρίζει ότι δεν έχει γίνει αποδεκτή ευρέως μέχρι στιγμής.

Emily Sawicz, Director στο RSM δήλωσε: “Η κοινή προμήθεια θα ήταν ιδανική λύση αλλά πρέπει να είμαστε ρεαλιστές”. Πρότεινε μια πιο εξατομιευμένη προσέγγιση ανά περίπτωση λέγοντας χαρακτηριστικά: “Πρέπει να εξετάσουμε συγκεκριμένα παραδείγματα όπως τα drones”, εκτιμώντας ωστόσο πως “δε θεωρώ πιθανό μέσα στη ζωή μου μια κεντρική προμήθεια” ενώ πρόσθεσε “θα μπορούσαμε όμως να εξετάσουμε στοχευμένες αγορές”.

Κύλιση στην κορυφή